koulaΑυτή την εποχή του χρόνου, ο ουρανός της Αλάσκας είναι θεαματικός, με τα φουντωτά Αλασκανά σύννεφα του, που λες και το κάνουν ξεπίτηδες, μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής. Θυμίζουν αγγελικούς πλασμένα κόσμους, από εικόνες που όλοι είδαμε σε κάποια βιβλία τέχνης. Τα κοιτάω και ξαφνικά, λίγο η φαντασία, λίγο η λαχτάρα, που μονίμως είναι φωλιασμένη στην καρδιά μου, βλέπω τα δικά μας ζεστά – ίσως όχι τόσο θεαματικά – συννεφάκια τα Κυπριακά. Και αρχίζει το ταξίδι της καρδιάς. Αδύνατο να το ελέγξω. Ότι κι αν γίνει, όσο καλά και αν προσπαθήσω να ζω εδώ στην μακρινή αυτή γη, η καρδιά μου πάντα θα λαχταρά την πρώτη, γλυκιά πατρίδα. Αυτήν, που αγκαλιάζει ζεστά και τρυφερά όλα όσα αγαπώ.

Αυτή λοιπόν την εποχή του χρόνου, μπερδεύει κανείς εύκολα την διακίνηση που συμβαίνει στον ουρανό της Αλάσκας. Μικρά αεροπλανάκια που συχνά τα συγχίζω με πουλιά. Μέχρι να εστιάσω λιγάκι το βλέμμα μου και τότε να καταλάβω την μεγάλη και έντονη διαφορά. Γιατί ένα πουλί στον ουρανό, μοιάζει με κύμα, που σκορπάει καράβια ελευθερίας. Και ένα αεροπλανάκι, γεννά απλά την περιέργεια για ποιο ταξίδι άραγε, να έχει βάλει προορισμό. Κάθε φορά που κοιτάω τα πουλιά να κάνουν βόλτες, αισθάνομαι την άπλετη άνεση και ελευθερία τους. Σαν μια ανάσα, που έφυγε από τα στήθη και αφήνεται ελεύθερη στους ουρανούς.

Βροχή συνήθως τα καλοκαιρινά πρωινά στην Αλάσκα και κατά το μεσημεράκι, να σου ένας ήλιος καυτός που απλώνεται παντού με καμάρι και πληθωρικότητα, που αγγίζει την ανθρώπινη διάθεση πάντα θετικά. Ένας ήλιος όμως, που όσο κι αν καίει, δεν αλλάζει ποτέ, το δροσερό αεράκι της χώρας αυτής. Δροσερά λοιπόν τα καλοκαίρια στην Αλάσκα, έως και με λίγη ψύχρα κατά τις βραδινές ώρες. Βράδυ δηλαδή, που δεν έχουμε μιας και η μέρα απλώνεται με μεγαλειότητα μέχρι και τα μεσάνυχτα.

Και σε κοιτάω ουρανέ από το μικρό μου μπαλκονάκι, από την μικρή πόρτα της καρδιάς μου και σου μιλώ για χίλια δυο. Στήνουν χορό οι σκέψεις στο μυαλό μου και με θράσος μπαινοβγαίνουν όποτε αυτές θέλουν, χωρίς ποτέ να με ρωτάνε. Τις αρπάζω συχνά και τις μαδάω σαν μαργαρίτες σε λιβάδια αγάπης. Ξανά έρχονται και εγώ το βιολί μου, μαδάω ασταμάτητα για να σωθώ από το μονοπάτι της νοσταλγίας που συχνά με οδηγούν. Μου λείπει τόσο πολύ η οικογένεια μου, η υπόλοιπη οικογένεια μου που ζει εκεί στον άλλο μικρό μου παράδεισο. Στο μικρό μου νησάκι.

Η Κύπρος μου, που σαν μικρή βαρκούλα αρμενίζει στο πέλαγος, αδιάφορη για τα υπερωκεάνεια που της περιτριγυρίζουν. Γλυκιά και απλοϊκή. Με τα καλά και τα ανάποδα της, όπως κάθε τόπος εξάλλου. Αναρωτιέμαι συχνά… Μα γιατί, γιατί αντί να μετριάζει αυτός ο πόθος για την πρώτη πατρίδα, αντιθέτως να μεγαλώνει με τον καιρό. Δυναμώνω ναι, με τον καιρό συνηθίζω ναι, αλλά η λαχτάρα για τον τόπο μου και για τους χιλιό αγαπημένους μου ανθρώπους, σαν ξυπνήσει από το λήθαργό που πασχίζω να την ρίξω, είναι κάθε φορά και πιο μεγάλη.

Το πήρα απόφαση, αυτή θα είναι η συντροφιά μου. Αυτή η λαχτάρα, πλάι στην αδιάκοπη προσπάθεια μου. Και με αυτό θα ζω για όλα τα χρόνια που μου έχουν απομείνει. Είναι μεγάλη η αγάπη που έχω μέσα στην καρδιά μου. Μόνο που η ζωή, οι συγκυρίες, μου την έκοψαν στα δύο. Όπως η Κύπρος μου, έτσι μοιράστηκα και εγώ στα δυο. Ανάμεσα σε δυο αγαπημένες οικογένειες. Σε αυτή εδώ και σε εκείνη εκεί. Και ένα μαχαιράκι στην καρδιά, σε καθημερινή βάση να με προκαλεί να επιβιώσω. Στην καλύτερη περίπτωση, να χαρώ και να συνεχίσω όσο πιο καλά μπορώ στην καινούργια μου πατρίδα.

Πολλοί από τους μετανάστες που μιλώ συχνά εδώ στην Αλάσκα, μου αποκαλύπτουν πως έτσι είναι και για αυτούς και μάλιστα πως με το πέρασμα των χρόνων, η νοσταλγία αντί να μικραίνει, μεγαλώνει. Απλά δυναμώνουν, συνηθίζουν και προχωρούν στο κυνήγι της χαράς και της επιβίωσης. Τους τιμά που το ομολογούν, γιατί θέλει κουράγιο να λες της αλήθεια. Θέλει θάρρος να την μολογάς. Αυτήν την λαμπερή και πικρή τις περισσότερες φορές αλήθεια.

Έτσι και εγώ λέω καλημέρα και καληνύχτα στον ουρανό εδώ και εκεί γιατί ενωμένος είναι όσο μακριά κι αν βρίσκονται τα σημεία πα αγαπάμε. Τι κι αν μας χωρίζουν βουνά και ωκεανοί, έντεκα ολόκληρες ώρες διαφορά. Δεν μπορεί να αλλάξει η καρδιά, όσο κι αν εμείς στην πορεία της ζωής εξελιχτούμε και προοδεύσουμε με χίλιους τρόπους. Η καρδιά δεν κάνει άλλη δουλειά, από το να ενώνει τα νήματα στο κουβάρι της αγάπης.

Και αυτή είναι η ωραιότερη πατρίδα, που γνωρίζουμε όλοι σε αυτή την ζωή, η πατρίδα της αγάπης.

Να έχετε μια όμορφη Παρασκευή.

Κούλα Ροδοσθένους Ζέιτζακ

Domenica~

Κάθε τόσο στ’ όνειρό μου
ξαναβλέπω το πατρικό μου 
στο μπαλκόνι χτίζουνε φωλιά 
όσες αναμνήσεις μου καίνε την καρδιά 

Ουρανέ που περνάς 
σ’ όποια πόρτα σταματάς 
ποιος ακόμα με θυμάται 
να ρωτάς, να ρωτάς 

Κάτασπρα σπίτια που η δύση τα ματώνει 
αυλές γεμάτες ήλιο και φωνές παιδικές 
με πήγε ο δρόμος μακριά 
απ’ τη ζωή μου την παλιά 
μα η καρδιά δεν ξεχνά …