IMG_1004Χθες όταν διάβασα τα δυσάρεστα νέα στο γράμμα της μητέρας μου, πως έφυγε ακόμα ένας… αυτή τη φορά η κυρία Έλλη μας… αμέσως ξεπήδησαν στη μνήμη μου εικόνες από τις σαρακοστές που περάσαμε μαζί. Ήταν η πρώτη εικόνα που ξεπήδησε μέσα απτό μυαλό μου. Καρναβάλια στην Κύπρο, ντυμένοι όλοι μασκούες, κάτω στην αυλή της γιαγιάς, να τρώμε σούβλα, να πίνουμε κρασί και να τραγουδάμε…

«… μες την Λεμεσό μας και πάλι, μας ήρθε και φέτος ξανάααα….»

Και στο κατζέλιν, να στέκονται η κυρία Έλλη και ο κύριος Πίτερ μας. Χαμογελαστοί να μας κοιτάνε χαρούμενοι. Ο καλός μου παπάκης να σηκώνεται όπως πάντα φιλόξενος ως το κόκκαλο και να φωνάζει χαρούμενα…

«ΕΕΕΕ καλώς τους, ελάτε μέσα, έλα Πίτερ μου… κοπιάστεεεε…»

Να φέρνει η μάμα άλλα δύο πιάτα, ποτήρια για κρασί και να συνεχίζει η χαρά του γλεντιού με πιο πολύ χαμόγελο και τσούγκρισμα ποτηριών. Τι όμορφες μέρες, τι γλυκιά που ήταν η ζωή τότε. Αληθινή ζωή με ανθρώπους που είχαν μεγάλη ζεστή καρδιά. Ποτέ δεν ένιωθα κρύα στην καρδιά μου τότε, από την αμφιβολία που γεννιέται, όταν οι άνθρωποι γίνονται απόμακροι, επειδή φοβούνται να ανοίξουν την καρδιά τους. Άνθρωποι που δεν έμαθαν πόσο όμορφο είναι να τσαλακώνεσαι, χωρίς να φοβάσαι αδιάκοπα για την εικόνα που βγάζεις προς τα έξω. Τότε ξέραμε, το ήξερε δηλαδή η καρδιά μας μέσα βαθιά και νιώθαμε ποιοι είναι πραγματικά φίλοι μας.

Άλλα χρόνια εκείνα, άλλοι καιροί, με τους καλούς τους γείτονες. Ήμουνα περιτριγυρισμένη από υπέροχους γείτονες. Ο κύριος Λεωνίδας και η κυρία Τασούλα μας, ο Αντρίκος και η Αντρούλα, το συνεργατικό δίπλα μας, να μπαινοβγαίνουν όλοι μικροί μεγάλοι για τα καθημερινά ψώνια τους. Τότε που ήταν ο κύριος Σωκράτης με τη γυναίκα του. Πάνω στο ανώγειο, ο κύριος Πίτερ και η Έλλη μας. Η Δώρα και ο Θάκης πιο εκεί, στο τέρμα του δρόμου οι αδελφές Νίτσα και Πόπη. Η γλυκιά μου η θεία Παρασκευού, η Χρυσταλένη μου και οι κοράσες της…

Καλοί γείτονες που δεν ήταν ανάγκη να γίνουν φίλοι σου. Οι γείτονες στα νησιά, στις μικρές πόλεις, στα χωριά, είναι κάτι σαν ‘προστάτες’. Ο ένας θα στηρίξει τον άλλο. Και να μαλώσουν και να τσακωθούν, στη δύσκολη ώρα, όλοι τρέχουν με ένα πιάτο φαΐ, μα κυρίως με τον καλό το λόγο. Το έχω δει αυτό με τα μάτια μου, χιλιάδες φορές.

Και τι δεν θα έδινα να γύριζα το χρόνο πίσω σε εκείνα τα αγνά, όμορφα, χαρούμενα χρόνια.

Σε θυμάμαι κυρία Έλλη μου στο μπαλκόνι να μου φωνάζεις…

«Αγιάσου Κουλούρα μου…»

Έτσι με έλεγες… με αγάπη.

Πάντα με ρώταγες για τα παιδιά μου, τι κάνει ο Χρίστος μου και η Άννα μου κυρίως μετά που φύγανε για σπουδές. Πάντα με προσκαλούσες να έρθω πάνω να πιούμε κάνα ουίσκι. Σου άρεσε το ουισκάκι θυμάμαι.

Χθες όταν διάβασα στο γράμμα της μάνας μου πως έφυγες απ’ τη ζωή, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκρια μου. Είναι σχεδόν μαγικό το πόσο αγαπάμε μερικούς ανθρώπους που έχουμε να δούμε ίσως και χρόνια. Η καρδιά έχει δικούς της δρόμους, η αγάπη δεν σταματά ποτέ όσο κι αν η ζωή τα αλλάξει όλα.

Καλό σου ταξίδι Έλλη μου και καλή αντάμωση με τον Αρχηγό μας!

Αφιερωμένο στην Έλλη μας και σε όλα τα όμορφα χρόνια που ζήσαμε γείτονες!

Κούλα Ροδοσθένους Ζέιτζακ

~Domenica

Αγάπη, σε έχω φυλαχτό
και αγιασμό σε πίνω
στη λάσπη μπαίνω ως το λαιμό
και βγαίνω άσπρο κρίνο

Ύπνος γλυκός , σαν το ψωμί
στα χέρια της αγάπης
καίω λιβάνι το κορμί
διώχνει το θάνατο η ζωή
στα χέρια της αγάπης.

Στίχοι – Πυθαγόρας

Μουσική – Γιώργος Κατσαρός

Τα χέρια της Αγάπης…


IMG_1111
IMG_1115


IMG_1120
IMG_0964IMG_0968