Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   May 18

Συνέντευξη καρδιάς

Είχε πολύ καιρό να επισκεφτεί την γιαγιά της στο ίδρυμα. Ίσως γιατί τους τελευταίους μήνες που έπαψε να μιλά, είχε πια την αίσθηση ότι ούτε την έβλεπε μα ούτε την άκουε. Ο γιατρός συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις λέει πως δεν μπορεί κανείς να ξέρει. Ήταν όμως πάντα η αγαπημένη της γιαγιά. Πριν να αρρωστήσει και για όσο μπορεί να την θυμάται, ήταν πάντα μια εύθυμη και ενδιαφέρον γυναίκα. Με τη μητέρα της δεν τα έλεγε ποτέ όλα, μα στην γιαγιά όλα τα έλεγε. Έμενε μαζί τους η γιαγιά στο ισόγειο με την δικιά της μικρή κουζινούλα και όλα τα απαραίτητα. Ήταν η συμφωνία τους αν θα έμενε μαζί τους θα ήταν ανεξάρτητη και όχι βάρος κανενός. Έτσι η μητέρα τα είχε ρυθμίσει και φροντίσει όλα ώστε ποτέ να μην νιώσει η γιαγιά βάρος ή ενόχληση για τους υπόλοιπους στο σπίτι. Μα όλοι την λάτρευαν και την είχανε ανάγκη. Ειδικά όταν είχαν κάποιο πρόβλημα. Η γιαγιά είχε πάντα αυτό το μοναδικό τρόπο να βάζει τα πράγματα κάτω και να τα κάνει τόσο απλά, προσφέροντας πάντα ανακούφιση σε μια δυσκολία. Αλλά η πηγαία σοφία της, ήταν που τους μάγευε όλους. Το πως έβλεπε τη ζωή και τους ανθρώπους. «Αν θες να παίρνεις περισσότερα, μάθε να δίνεις λιγότερα» τους έλεγε συχνά. Αμ το άλλο που τους έλεγε και τους πήρε κάτι χρονάκια να το εμπεδώσουν… «Είναι υπέροχη η λέξη ΟΧΙ, μάθετε να την λέτε στους άλλους για να αγαπήσετε τον εαυτό σας περισσότερο». Και τόσα άλλα πολλά που είχε σαν θησαυρούς κρυμμένους μέσα στο μυαλό της. Αυτούς που αγαπούσε η γιαγιά τους πρόσεχε και τους φρόντιζε σαν τα μάτια της. Αυτούς όμως που δεν υπολόγιζε και δεν σεβόταν, τους έκλεινε την πόρτα της, χωρίς πολλά λόγια. Ήταν πάντα ευθύς, ειλικρινής. Τόσο πολύ που όλοι αναρωτιόντουσαν πως τα κατάφερνε να αποφεύγει την παρουσία όσων δεν της άρεσαν, με αποτέλεσμα όμως οι άλλοι να συνεχίζουν να την αγαπούν ακόμα περισσότερο και να κάνουν το παν να κερδίσουν την προσοχή της.  Είχε αυτό το κάτι η γιαγιά. Νεώτερη, είχε ζήσει μια έντονη και υπέροχη ζωή. Η γιαγιά τολμούσε και ζούσε τα όνειρα της, έστω και αν είχαν μικρή διάρκεια. Άμα ήθελε κάτι, κανείς δεν την σταματούσε. Παντρεύτηκε δύο φορές αλλά η μεγάλη της αγάπη ήταν ο δεύτερος της γάμος. Η αντανάκλασης της. Έτσι τον έλεγε. Από τότε που τον έχασε, άρχισε να αρρωσταίνει και να χάνει την μνήμη της. Λες και δεν ήθελε να έχει πια το μυαλό της, λες και δεν ήθελε να έχει αναμνήσεις να θυμάται. «Με τόσο ωραίες αναμνήσεις που έχω μαζέψει στην ζωή μου, έλεγε συχνά, είμαι έτοιμη και εγώ να φύγω. Είμαι γεμάτη». Μα δεν φεύγει κανείς όποτε θέλει, φεύγει όταν το σύμπαν ολόκληρο αποφασίσει στην κατάλληλη στιγμή να αδειάσουμε την γωνιά μας στην γη και να γεμίσουμε μια άλλη γωνιά με τον εαυτό μας, σε κάποιο άλλο κόσμο, μια άλλη διάσταση. Και αυτά τα έλεγε η γιαγιά. Την θυμάται πάντα να ξεσηκώνει τον κόσμο, να γεμίζει τα ποτήρια τους κρασί, να γελάει και να τραγουδάει μαζί, να κλίνει το μάτι στη ζωή ρουφώντας κάθε στιγμή λες και ήταν η τελευταία της μέρα πάνω στη γη. 

Ήτανε μια γυναίκα που έκανε τα ραδιόφωνα να παίζουν. Που ξυπνούσε την τρέλα και την χαρά στις καρδιές των ανθρώπων. Που ότι έκανε το έκανε με πάθος. Κατάθετε την ψυχή της σε ότι έκανε. Δεν μπορούσε ποτέ να προσποιηθεί, να υποταχτεί, να συμβιβαστεί. Καλύτερα να την σκότωνες. 

Την σκεπτόταν τόσο έντονα την γιαγιά της η Νέρι, ενόσω κατευθυνόταν προς το ίδρυμα όπου θα την συναντούσε μετά από πολλές βδομάδες απουσίας. Την πολυαγαπημένη της γιαγιά, την καλύτερη της φίλη. Οδηγούσε λες και είχε βάλει τον αυτόματο πιλότο και βάλθηκε να περάσει απτό μυαλό της σαν ταινία όλα όσα θυμόταν απτήν γιαγιά όταν ήταν στα καλά της. Την πλημύριζε μεγάλη χαρά να θυμάται την γιαγιά πριν ακόμα αρρωστήσει. Έλεγε όλα όσα οι άλλοι φοβόντουσαν να ξεστομίσουν. Έλεγε όλες τις πικρές και γλυκές αλήθειες στους ανθρώπους. Πολλοί την φοβόντουσαν αλλά και την θαύμαζαν ταυτόχρονα. Τους ξεσκέπαζε με το γάντι και αυτοί που δεν το άντεχαν, δεν την συναντούσαν ποτέ ξανά. Όσο μπορούσε κάποιος να την αγαπήσει, να την λατρέψει, να την θαυμάσει τόσο θα μπορούσε και κάποιος άλλος να την μισήσει και να την φοβηθεί για την ευθύτητα της και καπατσοσύνη της. «Δεν ήμουνα πάντα έτσι μικρή μου, της έλεγε κάποτε, με τον παππού σου ας πούμε που είχα ζήσει 8 χρόνια, ήμουνα άλλος άνθρωπος. Κλειδωμένος άνθρωπος. Καταπιεσμένη και δυστυχισμένη γυναίκα ήμουνα. Όχι γιατί ήτανε κακός ο παππούς σου. Κάθε άλλο, μια χαρά άνθρωπος ήτανε. Απλά ήμασταν πολύ διαφορετικοί μεταξύ μας και δεν ταιριάζαμε καθόλου. Σαν την μέρα εγώ, σαν την νύκτα εκείνος. Βουνό εγώ, θάλασσα εκείνος. Στη δύση εγώ, ανατολή εκείνος» και γελούσε λες και έλεγε αστεία. «Όταν περάσουν τα χρόνια, έλεγε, και θυμάσαι αυτά που σε πίκραναν και σε βασάνισαν, πολλές φορές θα γελάς γιατί θα έχεις πια δυναμώσει τόσο πολύ που θα αναρωτιέσαι γιατί καθόσουνα και χολοσκούσες. Καλά έκανα και χώρισα, αφού δεν πέρναγα καλά. Και εσύ κορίτσι μου άμα δεν περνάς καλά, να φεύγεις. Μην χαραμίσεις ποτέ τη ζωή και τον εαυτό σου για Κ α ν έ ν α ν, ακούς?» Όλο τέτοια έλεγε η γιαγιά και μας έκανε να ανοίγουμε τα φτερά μας πιο πολύ. Η φιλοσοφία της ήταν πάντα, να μην δέχεσαι ποτέ τίποτα λιγότερο από αυτό που πιστεύεις εσύ ότι αξίζεις. Αυτό ήταν πάντα το δίδαγμα της γιαγιάς. «Γιατί να το ξέρεις, έλεγε, πως ότι ζητήσεις θα πάρεις απτήν ζωή. Τίποτα λιγότερο μα και τίποτα περισσότερο από αυτό που θα ζητήσεις». 

«Φτάσαμε…..» Σιγοψιθύρισε η Νέρη λες και έδινε αναφορά σε κάποιον. Πάρκαρε το αυτοκίνητο και με αργά, βαριά βήματα κατευθυνόταν προς την κύρια είσοδο του ιδρύματος για ηλικιωμένους. Η νοσοκόμα την ενημέρωσε με εύθυμο τόνο στη φωνή, ότι η γιαγιά βρισκόταν στον κήπο. «Στο κήπο? Η γιαγιά? Πως?» «Ξαφνική ανάρρωση!», απάντησε χαρούμενη η νοσοκόμα. Σήμερα το πρωί μπήκα να την καλημερίσω και με κοίταξε στα μάτια, μου χαμογέλασε και μετά μου είπε «Θέλω να βγω στον κήπο»! Και είναι εκεί τώρα. «Καλά ο γιατρός τι είπε? Αφού δεν επικοινωνούσε καθόλου με το περιβάλλον. Πως έγινε αυτό» είπε τρέμοντας απτή χαρά της η Νέρι. «Ο γιατρός είπε πως ότι αφορά ασθένειες του μυαλού και της ψυχής, συχνά μπορεί να έχουμε ξαφνικές ανατροπές. Έλα πήγαινε να την δεις και άσε τα πως και τα γιατί». 

Και έτρεξε έξω στο κήπο να βρει την λατρεμένη της γιαγιά. Έψαξε με τα ματιά παντού μες το μεγάλο κήπο, ώσπου και την εντόπισε. Καθόταν στο αναπηρικό κάθισμα κάτω από μια λεύκα, δίπλα απτά αγαπημένα της λουλούδια. Τα ηλιοτρόπια. Με αργά βήματα την πλησίασε και με σιγανή φωνή της είπε σιγανά «…γιαγιά?» Εκείνη γύρισε το κεφάλι και της χαμογέλασε όπως έκανε πάντα παιγνιδιάρικα. «Σε περίμενα καλή μου. Έλα, κάθισε να τα πούμε. Έχει καιρό που λείπω ε? Μην στέκεσαι εκεί σαν να δες φάντασμα καλέ. Έλα να τα πούμε, ενόσω προλαβαίνουμε». Ναι αυτό ήταν, γύρισε πίσω. Άμα μιλά έτσι η γιαγιά πάει να πει είναι πολύ καλά. Πάντα έλεγε και έκανε πράγματα με αγάπη και λαχτάρα μπας και δεν προλάβει. «Γιαγιά μου, γλυκιά μου δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που είσαι καλύτερα, που μιλάς, που γελάς» και έπεσε στην αγκαλιά της με προσοχή μην την κουράσει. Η γιαγιά χαϊδεύοντας τα μαλλιά της με στοργή είπε «Όχι για πολύ καρδιά μου. Μα είναι ωραίο που γύρισα έστω και για λίγο να τα πούμε ε?» Η Νέρι την κοίταξε στα μάτια με λύπη «Γιατί το λες αυτό γιαγιά? Λες και τα ξέρεις όλα, θα με θυμώσεις τώρα». Η γιαγιά γέλασε δυνατά «Έλα τώρα αφού το ξέρεις τίποτα δεν είναι για πάντα. Ακόμα και εγώ δεν είμαι για πάντα…χα χα χα……..και ξαναγέλασε από καρδιάς……Μην φοβάσαι γλυκιά μου την αλήθεια, μην φοβάσαι τίποτα. Φτάνει να ζήσουμε αυτό που θέλουμε στο ταξίδι που λέγεται ζωή και μετά δεν είναι άσχημος ο θάνατος. Άσχημος είναι μόνο όταν δεν έχουμε ζήσει αυτό που ήθελε η καρδιά μας. Η καρδιά μας τα ξέρει όλα και μας μιλά. Άλλοι την ακούνε και την φροντίζουν και άλλοι την κλειδώνουν μέσα πιο βαθιά μπας και πάψει να μιλά και να τους λέει την αλήθεια. Άμα ο άνθρωπος σταματήσει να φοβάται την αλήθεια, τότε αγαπά την καρδιά του και ζει την ζωή που πρέπει να ζήσει». Έτσι είναι όπως τα λέει η γιαγιά. «Ξέρεις τι δεν σου είπα ακόμα Νέρι μου? Ποιός ξέρει, ίσως γι αυτό να γύρισα πίσω για να σου πω ακόμη κάτι». Τι άλλο μπορούσε να υπάρχει που δεν της το είχε πει μέχρι τώρα. Μια ζωή όλο εκπλήξεις η γιαγιά. «Τι?» ρώτησε με έκπληξη και θαυμασμό η Νέρη. Η γιαγιά κοίταξε τον ουρανό, κοίταξε τα ηλιοτρόπια και μετά κοίταξε τα μάτια της Νέρις που ήσαν ολόιδια τα δικά της. «Έζησα την ζωή που ήθελα Νέρι μου. Έζησα όπως ήθελα αλλά……ήσαν και κάποιες φορές με κυρίευε μια λύπη στην καρδιά για τον κόσμο γύρω μου. Συχνά ένιωθα πως δεν μου άρεσε η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα των άλλων. Ο κόσμος όπως είναι φτιαγμένος, συχνά μου φαινόταν λάθος και άμα θύμωνα πολύ που δεν μπορούσα να τον αλλάξω, τότε γέμιζα το ποτήρι μου κρασί για να τον δω όπως ήθελα εγώ. Αυτό το κουβαλούσα πάντα μέσα μου Νέρι σαν παράπονο. Ήταν το μόνο που δεν μπορούσα να αλλάξω. Τον κόσμο όπως είναι φτιαγμένος. Και τώρα….τώρα νιώθω πως ενώ πλησιάζω το τέλος εδώ της ζωή μου στη γη, ταυτόχρονα έρχεται και η ώρα που ίσως γνωρίσω τον κόσμο που πάντα ήθελα να έχω γύρω μου. Ίσως να είναι όλα εκεί. Στην άλλη ζωή. Ποιος ξέρει Νέρι μου ε? Μα αυτή την ελπίδα όμως φεύγω και λαχτάρα πως ίσως υπάρχει αυτός ο άλλος κόσμος που πάντα ήθελα να ήμουν μέσα». «Μα ήσουνα γιαγιά. Εσύ από όλους τα είχες καταφέρει να ζεις και να έχεις αυτό που ήθελες». «Ναι, ναι κορίτσι μου άλλο αυτό. Εγώ σου μιλώ τώρα για τον κόσμο γύρω μας, και όχι αυτόν που επιλέγουμε για την ζωή μας. Γύρω από εμάς καλή μου, όχι αυτόν που έχουμε μέσα μας. Σαν τα παραμύθια. Θυμάσαι? Που ζωντανεύαμε τα παραμύθια και κάναμε τα σπίτια τεράστια μανιτάρια, που τα δέντρα μιλούσαν και ο ήλιος χαχάνιζε όλη την ώρα αφού τον γαργαλούσαν τα σύννεφα. Τα παραμύθια μας Νέρι μου που οι άνθρωποι πιστεύουν πως μόνο στα μικρά παιδιά πρέπει να τα λέμε. Και όμως είναι οι μεγάλοι που τα έχουν περισσότερο ανάγκη. Αυτό το κόσμο θέλω να βρω και να κοιτάω ολημερίς και βραδύς. Για φαντάσου ε?» 

Ναι αυτός ήταν πράγματι ο κόσμος της γιαγιάς και γι αυτό εξάλλου την φώναζαν χαϊδευτικά όλοι όσοι την ήξεραν Νεράιδα! Από εκεί πήρε και το όνομα η Νέρι. Το είχε ζητήσει η ίδια η γιαγιά και η μητέρα που την λάτρευε δεν της χάλασε το χατίρι. Νεράιδα την είχε πει για πρώτη φορά ο αγαπημένος της. Ο δεύτερος της άντρας που αφού την άφησε όταν πέθανε, πήρε μαζί του και την καρδιά της. «Θα βρεις τον αγαπημένο σου γιαγιά.» Της είπε η Νέρι με την ελπίδα ότι την παρηγορούσε. Η γιαγιά της έριξε μια κάπως θυμωμένη ματιά και συμπλήρωσε «Θα τον ξανασυναντήσω εννοείς. Γιατί μια φορά βρίσκει μια γυναίκα το άλλο της μισό. Και ΑΝ το βρει. Εγώ ναι!!! Εγώ τον βρήκα και αγαπηθήκαμε πολύ. Ενώσαμε τις ψυχές, τις καρδιές και τα σώματα μας για πάντα. Ήμασταν τόσο ενωμένοι που μοιραστήκαμε μια καρδιά. Αυτό που είχαμε, αυτό ήταν για πάντα. Μόνο η αληθινή αγάπη είναι για πάντα Νέρι μου, μόνο η βαθιά ερωτική Αγάπη. Σε αυτήν στηρίζομαι τώρα πως θα σπάσει τα φράγματα που μας χωρίζουν απ την ζωή και τον θάνατο για να ξανασυναντήσω την Αγάπη του, που τόσο μου έχει λείψει. Δεν θέλει τίποτα άλλο περισσότερο η καρδιά σε αυτή τη ζωή και σε χίλιες άλλες ζωές, απ την ίδια την Αγάπη». Η Νέρι σφίχτηκε στην αγκαλιά της. «Αχ γιαγιά μου δεν θέλω ποτέ να φύγεις, δεν θέλω ποτέ να σταματήσω να σε ακούω να μιλάς». «Χμμμμ θα σου πω τι θα κάνεις τώρα που θα φύγω για να μην σου λείψω και πολύ δηλαδή…..Θα συνεχίσεις….θα ζήσεις τον προσωπικό σου μύθο για να βρεις τους θησαυρούς σου. Και είναι μεγάλο το ταξίδι Νέρι μου. Θα συναντήσεις μάγους αλλά και ληστές, θα ζήσεις την ελευθερία αλλά και την φυλακή για να μπορέσεις να ζήσεις μια μέρα στο φως το δικό σου. Όλα όσα σου έχω μάθει εγώ, δεν είναι τίποτα κοντά σ αυτά που έχει να σου μάθει ο εαυτός σου αν τον αφήσεις να σου δήξει την πραγματική αλήθεια για σένα. Αυτός είναι ο σκοπός μας στη γη Νέρι, αυτός είναι». Τα μάτια της γιαγιάς ακτινοβολούσαν. Τα μάτια μας, η αντανάκλαση της ψυχής μας. Και η δικιά της ψυχή δεν είχε ούτε μια ρυτίδα, μέχρι τον θάνατο. 

Όλοι σιγόκλαιγαν γύρω απ το φέρετρο γεμάτο λουλούδια, τα περισσότερα ηλιοτρόπια. Τέτοια ομορφιά σε φέρετρο δεν ξανάδες. Η Νέρι βυθίστηκε να κοιτάει τα ηλιοτρόπια με ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη. «Αχ γιαγιάκα μου, σκέφτηκε μέσα της, να έχεις βρει το μαγικό σου κόσμο ξανά εκεί πάνω? Αχ να γινόταν να μου μιλούσες για ακόμη μια τελευταία φορά όπως εκείνο το απόγευμα που γύρισες πίσω για να μα αποχαιρετήσεις και να μου πεις να μην λυπάμαι γιατί ήσουνα πάντα πολύ ευτυχισμένη μέσα στον εαυτό σου». Με αργά βήματα πλησίασε και πήρε ένα απ τα ηλιοτρόπια. Το έσφιξε στην καρδιά της και ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο της. «Θα σε βλέπω πάντα μέσα στα ηλιοτρόπια, γιαγιά, θα κτίσω τον κόσμο σου μέσα στις καρδιές των παιδιών μου, θα ζήσω τα όνειρα μου για να μπορώ μια μέρα να έχω αγαπηθεί τόσο πολύ όσο αγαπήθηκες εσύ αγαπημένη μου γιαγιά». 

Ντομένικα

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

Leave a Reply

Your email address will not be published.