Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Dec 10

Η μαγεία των Χριστουγέννων

Αγαπημένοι μου αναγνώστες,

Είναι γνωστό ότι λατρεύω τα Χριστούγεννα! Είναι η καλύτερη για μένα, εποχή του χρόνου. Τα αγαπώ με ένα αν θέλετε ιδιαίτερο τρόπο, με ένα τρυφερό τρόπο. Αγαπώ τα χρώματα που είναι παντού, στα σπίτια, στη γειτονιά, στη πόλη μας. Αγαπώ τα χαρούμενα τραγούδια που έχουν μέσα κουδούνια και τρίγωνα και οι μελωδίες είναι τόσο αγγελικές. Αγαπώ τη μαγεία των Χριστουγέννων που είναι μικρά απλά πραγματάκια. Όπως να στέκεσαι πίσω από ένα τζάμι και να κοιτάς τη βροχή που πέφτει με μανία πάνω στα δέντρα και να φαντάζεσαι πως είσαι εσύ ένα δέντρο και πόσο υπέροχο θα είναι να πέφτει η βροχή και να λούζει την υπέροχη πράσινη φορεσιά σου. Πόσο όμορφα το περιέγραψες αγαπημένη φίλη Ελένη αυτό το σκηνικό. Σε ευχαριστώ που το μοιράστηκες μαζί  μου. Όπως να ξυπνάς η ώρα 6 το πρωί να είναι ακόμη σκοτάδι, να ονειρεύεσαι ακόμη ξύπνιος και ξαφνικά κάποιος στο σπίτι να ξενικά την Χριστουγεννιάτικη μουσική, να ανάβει τα λαμπάκια στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο και να φτιάχνει ζεστούς καφέδες με μπισκότα! Μαγεία των Χριστουγέννων δεν είναι να ξοδεύουμε πολλά χρήματα για δώρα και να κάνουμε μεγάλες σπατάλες. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον Πνεύμα των Χριστουγέννων. Ζήστε το παραμύθι των Χριστουγέννων που δεν είναι άλλο απ την ίδια την ολόχρονη Αγάπη ντυμένη αυτή την εποχή του χρόνου, με φανταχτερά χρυσά κόκκινα και παρδαλά στολίδια φορτωμένα όλα σε ένα δέντρο, με όση υπερβολή θέλετε. Δεν υπάρχουν κανόνες. Ψήστε κουλουράκια σπιτίσια με το αλεύρι να πετά παντού, και το σπίτι να μυρίσει κου λου ρά κια! Μοιράστε αγκαλιές – που είμαι σήγουρη το κάνετε ολόχρονα – και σ’ αγαπώ στους φίλους σας, στους γονείς σας, στους συντρόφους σας, στα παιδιά σας. Κάνει καλό στη ψυχή γι αυτό αγκαλιαστείτε άφοβα! Χαρίστε ένα χαμόγελο συμπάθειας στον άγνωστο αλλοδαπό που καθαρίζει τα τζάμια του αυτοκινήτου σας, στο σταθμό βενζίνης και περιμένει ίσως ταπεινά δύο τρία ευρώ απ το καθένα μας για να μαζέψει ένα μικρό ποσό για ένα δώρο. Περπατήστε το βράδυ με στο κρύο ντυμένοι καλά και απολαύστε τη γιορτινή μας πόλη. Διαβάστε Χριστουγεννιάτικες ιστορίες και παραμύθια και γίνεται ξανά παιδιά. Θυμηθείτε πως οι ψυχές μας δεν έχουν ηλικία. Ψήστε κάστανα και τσουγκρίστε τα ποτήρια για ένα καλό νέο έτος 2011!

Ντομένικα~

Εδώ πιο κάτω, το αγαπημένο μου παραμύθι

του Δανού συγγραφέα ΑΝΤΕΡΣΕΝ ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ 

Tο κοριτσάκι με τα σπίρτα

Έπεφτε χιόνι και κόντευε να νυχτώσει. Ήταν η τελευταία βραδιά του χρόνου, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μέσα σ’ εκείνο το κρύο και σ’ εκείνο το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο, χωρίς να φοράει τίποτα στο κεφάλι του, ούτε στα πόδια του.

Η αλήθεια είναι πως, όταν βγήκε από το σπίτι της, φορούσε παντούφλες, αλλά δεν της κράτησαν πολύ: ήταν κάτι μεγάλες παντούφλες, που τις είχε λιώσει η μητέρα της, τόσο μεγάλες ώστε η μικρή τις έχασε, καθώς έτρεξε να περάσει το δρόμο, ανάμεσα σε δυο αμάξια που λίγο έλειψε να την χτυπήσουν. Τη μια την έχασε. Την άλλη, τη βρήκε ένα παιδί και την πήρε μαζί του, για να τη δώσει στην αδερφούλα του, να την κάνει κούνια για την κούκλα της.

Το κοριτσάκι βάδιζε ξυπόλητο και τα πόδια του είχανε μελανιάσει από το κρύο. Μέσα στην τσέπη της κουρελιασμένης ποδιάς της είχε ένα σωρό σπίρτα. Στο χέρι της κρατούσε κι άλλα κουτιά γεμάτα, γιατί αυτή τη δουλειά έκανε: πουλούσε κουτιά με σπίρτα στους δρόμους.

‘Όμως εκείνη την ημέρα δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί, γιατί οι άνθρωποι έτρεχαν να προφυλαχτούν από το κρύο κι από το χιόνι, και κανείς δε στεκόταν για ν’ αγοράσει σπίρτα. Δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί και δεν είχε ούτε μια δεκάρα στην τσέπη της. Το κοριτσάκι πεινούσε και κρύωνε κι ήταν αδύνατο, κι έτρεμε ολόκληρο.

Η καημένη η μικρούλα! Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν στα ξανθά της μαλλιά, που σχημάτιζαν μπούκλες γύρω απ’ το λαιμό της. Τα φώτα έκαναν να λάμπουν τα τζάμια των παραθυριών κι έφτανε ως το δρόμο η μυρωδιά από τα πουλερικά που έψηναν στις κουζίνες. Ήταν παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σε μια γωνιά, ανάμεσα σε δυο σπίτια.

Το κοριτσάκι πάγωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι της: θα πήγαινε τα κουτιά με τα σπίρτα, κι ούτε μια δεκάρα. Ο πατέρας της θα τη μάλωνε κι άλλωστε, μήπως και μέσα στο σπίτι της δεν έκανε τόσο κρύο; ‘Έμεναν ψηλά, σε μια σοφίτα, κι ο άνεμος φυσούσε ανάμεσα απ’ τις τρύπες της σκεπής, μ’ όλο που τις πιο μεγάλες τις είχανε βουλώσει με άχυρο και με κουρέλια.

Τα καημένα τα χεράκια της δεν τα’ νιώθε πια από το πολύ το κρύο. ‘Eνα σπίρτο θα τα ζέσταινε λιγάκι. Αν τολμούσε να βγάλει ένα, μονάχα ένα, απ’ το κουτί και να τ’ ανάψει να ζεστάνει τα δάχτυλά της; Τράβηξε ένα: κριτς! Πώς έλαμψε! Πώς άναψε! Ήτανε μια φλογίτσα καθαρή και ζεστή κι έμοιαζε με κεράκι, καθώς τη σκέπασε με τις χούφτες της. Τι παράξενο φως! ‘Έμοιαζε τώρα μ’ ένα κοριτσάκι, καθισμένο μπροστά σε μια μεγάλη σιδερένια σόμπα, που το σκέπασμά της ήτανε γυαλιστερό.

Η φωτιά έκαιγε εκεί μέσα τόσο υπέροχα και ζέσταινε τόσο καλά! Αλλά τι έγινε; Μόλις το κοριτσάκι άπλωσε τα ποδαράκια του για να τα ζεστάνει, η φλόγα έσβησε και η σόμπα εξαφανίστηκε. Η μικρούλα βρέθηκε καθισμένη στη γωνιά της, ανάμεσα σε δυο σπίτια, και κρατούσε στο χέρι της ένα σπίρτο καμένο.

Άναψε και δεύτερο σπίρτο, και, καθώς η λάμψη έπεσε πάνω στον τοίχο του σπιτιού, το κοριτσάκι μπορούσε τώρα να δει ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου ήταν στρωμένο ένα τραπέζι, με κάτασπρο τραπεζομάντιλο, με πιάτα από πορσελάνη που αστραφτοκοπούσαν και ο τοίχος έγινε διάφανος σαν ατμός. με μια μεγάλη πιατέλα, όπου μια χήνα ψητή άχνιζε και σκόρπιζε μια ορεχτική ευωδιά.

Τι έκπληξη! Τι ευτυχία! Ξαφνικά, η ψημένη χήνα πήδησε από την πιατέλα και κύλησε στο πάτωμα, με το πιρούνι και το μαχαίρι καρφωμένα απάνω της. Κι η ψημένη χήνα κύλησε ως εκεί που καθότανε το φτωχό κοριτσάκι. Αλλά το σπίρτο έσβησε και, μπροστά στη μικρούλα, ορθώθηκε πάλι ο χοντρός και κρύος τοίχος των σπιτιών. Άναψε αμέσως και τρίτο σπίρτο. Και τότε το φτωχό κοριτσάκι είδε πως καθόταν κάτω από ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ήτανε πιο μεγάλο και πιο πλούσια στολισμένο, από κείνο που είχε δει, τα περασμένα Χριστούγεννα μέσα από τη τζαμένια πόρτα, στο μέγαρο του πλούσιου εμπόρου. Χίλια κεράκια ήταν αναμμένα πάνω στα πράσινα κλαδιά του και κάτι πολύχρωμες εικόνες, σαν εκείνες που στολίζουν τις βιτρίνες των μαγαζιών, θαρρείς και της χαμογελούσαν. Το φτωχό κοριτσάκι σήκωσε τα δυο του χεράκια. Το σπίρτο έσβησε.

‘Oλα τα κεράκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ανέβαιναν, ανέβαιναν και τότε είδε πως δεν ήταν κεράκια, αλλά αστέρια. ‘Eνα απ’ αυτά τ’ αστέρια έπεσε και χάραξε μια φωτεινή γραμμή στον ουρανό. «Κάποιος πεθαίνει» μουρμούρισε το κοριτσάκι. Γιατί η γιαγιά του, που μόνο εκείνη ήτανε καλή γι’ αυτό, αλλά δεν ζούσε πια, έλεγε συχνά: «Όταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχούλα ανεβαίνει στο Θεό.»

Το φτωχό κοριτσάκι άναψε άλλο σπίρτο. Μέσα στη λάμψη του, παρουσιάστηκε η γιαγιά της που της χαμογελούσε. «Γιαγιά», φώναξε η μικρούλα, «πάρε με μαζί σου».

«Όταν θα σβήσω το σπίρτο, ξέρω πως δε θα είσαι πια εδώ. Θα χαθείς, όπως χάθηκαν η αναμμένη σόμπα, η ψημένη χήνα και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.» Πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της η γιαγιά, και πέταξαν κι οι δυο χαρούμενες, μέσα σ’ εκείνη τη λάμψη. Δεν υπήρχε πια ούτε κρύο, ούτε πείνα, ούτε αγωνία. Ήταν κοντά στο Θεό!

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

Leave a Reply

Your email address will not be published.