Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Apr 18

Λίγο πριν ο ήλιος δύσει!

Είχε δειλινιάσει αρκετά τη μέρα του Σαββάτου, όταν κατάφερα να αράξω στο μπαλκόνι μου και να απολαύσω τις προσωπικές μου στιγμές. Στο ‘θρόνο’ μου, με λίγο κρασί, τα τσιγάρα μου και το πρόχειρο τετράδιο μου που γράφω. Γράφω ότι μου ‘ρθει.

Κοίταξα πάνω και είδα τον ουρανό που έχανε το φως του δειλά-δειλά και προσπαθούσα να κρατήσω στα μάτια μου το αμυδρό φως που τρεμόσβηνε στον ουρανό σαν κερί. Και μετά σκέφτηκα γιατί να χολοσκώ και να πασχίζω να προλάβω να ρουφήξω το φως της μέρας. Και λίγο που το κοίταξα φώλιασε μέσα μου και ζέστανε το δικό μου ουρανό. Και έτσι έγραψα τους πιο κάτω ελεύθερους στοίχους. 

Νύχτα Σαββάτου 

Στης μέρας το τέλος

Κρατιέται το φως

Απ τη γενναιοδωρία του ήλιου

Δεν θα ναι για πολύ ακόμα γενναιόδωρος

Και γοργά σκεπάζει τα πάντα το σκότος

Ο κόσμος του ουρανού

Γεμίζει τη ματιά μας με ελπίδες

Με σιγουριά θα ‘ρθει το πρωινό

Ακόμη κι αν εμείς

Δεν θα ‘μαστε εδώ

Ετούτος ο κόσμος

Θλιβερά θα βασιλεύει 

Απόλαυσα το κρασάκι μου και άναψα τσιγάρο. Για να δούμε τι γίνεται σήμερα στη γειτονιά? Το βλέμμα μου έπεσε σε ένα γειτονικό σπίτι όπου πρόσεξα πως τελειώσανε την ανακαίνιση του. Και έτσι που κοίταζα ένα μέρος του σπιτιού περιποιημένο και καινούργιο ένιωσα συνάμα μια θλίψη. Είναι μέρες που όλα φαντάζουν τόσο μάταια όσο γλυκιά κι αν είναι η ζωή, όσο μεθυστική η γεύση της αγάπη. Κι αν όλα είναι μάταια και όλα ένα μεγάλο αστείο, ποιος ο λόγος άραγε της ύπαρξης μας? Ιδού το ερώτημα. Η πέννα αναζήτησε ξανά τις λέξεις στις άδεις κόλλες μου και οι λέξεις αναζήτησαν το νόημα. 

Ανακαίνιση Ψυχής 

Ανακαίνιση κάνουν οι άνθρωποι συχνά

Φτιάχνουνε όμορφα τα σπιτικά

Κι άλλα ζητάνε

Κι άλλα πολλά

Κι αγνοούν την αλήθεια

Που κατοικεί στην καρδιά

Το σώμα με ρούχο

Φοράνε ακριβό

Ξεχνούν της ψυχής

Το κάλλος τ’ αληθινό

Περπατούν στο σκοτάδι

Δίπλα στο φως

Το βήμα στην άμμο

Σκορπά ο αφρός

Σημάδια στο σώμα

Αφήνει ο καιρός

Κι η ψυχή μας κρατάει

Της αλήθειας το φως 

Άφησα την πέννα κάτω και κοίταξα ψηλά. Το σούρουπο αγκάλιασε τη πλάση και έτσι άναψα ένα κερί. Όμορφη που είναι ετούτη η ώρα, σκέφτηκα. Κάτι γέρνει, μαζί με τον ήλιο και σαν μαγικό ανεβαίνει το φεγγάρι στη θέση του να μπει εκεί ψηλά, στη ματιά μας να βυθιστεί. Κάτι μυστήριο έχει ετούτη η ώρα του δειλινού. Μα ο χρόνος αδίστακτα κυλά. 

Τικ τακ 

Παράξενο κόσμο

Οι άνθρωποι φτιάξανε

Στην πρώτη τους νιότη

Πολλά τους ετάξανε

Μα ο χρόνος σκληρός

Τα όνειρα μάδησε

Σκόνη στον άνεμο

Με μιας τα αφάνισε

Παρηγοριά στην ελπίδα

Κρατιέται η ζωή

Της αγάπης η σπίθα

Σε τεντωμένο σχοινί

Ο κόσμος μεγάλος

Σαν σφαίρα γυρνά

Της ψυχής μας τα κάλος

Φανερώνει αργά

Και έχει το γήρας

Σοφία πολλή

Η ομορφιά σου στα χρόνια

Μαθαίνει να ζει

Και ψάχνει στο κόσμο

Μια λύση να βρει

Το μυστικό στην καρδιά μας

Για πάντα θα ζει 

Έγειρε η νύκτα, τα σκέπασε όλα μα άφησε επάνω περήφανο ένα φεγγάρι. Είναι αλλιώτικα όλα τη νύχτα. Είναι λες και μπορείς να σκεφτείς αλλιώτικα από ότι την ημέρα. Πως την λένε εκείνη τη παροιμία? «Τα καμώματα της νύχτας, τα βλέπει η μέρα και γελά». Φέρνει τον ύπνο η νύχτα, μας ταξιδεύει στο όνειρο, σε άλλους κόσμους μέχρι να ‘ρθει και πάλι το πρωί και να απλωθεί παντού το φως, παραμερίζει η πραγματικότητα την μαγεία. Έτσι για να ισορροπούμε και βλέπουμε στο φως το σκοτάδι. 

Domenica~

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

Leave a Reply

Your email address will not be published.