Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   May 23

Το Λόττο

Τόσα γράμματα χαράς, γράμματα όμορφων μαντάτων και τώρα …τώρα τα χρώματα μου ‘γιναν γκρίζα. Το ουράνιο τόξο σαν κερί λιώνει και στάζει πίκρα στην καρδιά, χάνοντας την λάμψη του και τα πορφυρά ονειρικά χρώματα του, που κάποτε φώτιζαν την ψυχή μου, τώρα θάμπωσαν. Έχει πέσει σε λήθαργο, έχει βυθιστεί σε βαθύ ύπνο, λες και ταξιδεύει. Τα μάτια του μοιάζουν σαν βαριές πόρτες που δεν μπορούν εύκολα να ανοίξουν. Για λίγο γυρνά και τα λόγια του χάνουν τη σειρά και δεν βγάζεις νόημα. Δεν προλαβαίνουμε να πούμε κάτι και γυρνά πίσω στο λήθαργο, κλείνουν βαριές οι πόρτες και συνεχίζει το ταξίδι του. Ποιος ξέρει άραγε σε ποιο ταξίδι του μυαλού του τρέχει, σε ποια λιβάδια ανέμελος γυρνά, σε ποιες θάλασσες να κολυμπά. Πώς να θέλει να ξυπνήσει αν στο όνειρο του μέσα κάνει αυτά που αγαπά.

Παρασκευή απόγευμα και έστελνε χαμπάρι πως άρχισε το ψήσιμο, «φέρε πίττες σαν έρχεσαι απ’ τη δουλειά, άναψα κάρβουνα» μου έλεγε. Σαββατόβραδο όλα κάνουν διάλλειμα και εκείνος με το μπουζουκάκι του να πατά νότες, να του φεύγουν να τις ξανά πατά με εκείνο το μεράκι και το πείσμα που πάντα τον διακατέχει. Ακόμα και τώρα πεισμώνει δεν θέλει να φάει, δεν θέλει να μιλά, θέλει μόνο να κοιμάται γιατί έτσι ταξιδεύει και τη ζωή γλεντά, με το μυαλό φεύγει και πάει εκεί που αγαπά. «Θα σε περιμένω όμως, δεν φεύγω ταξιδιάρη μου, κοιμήσου λίγο αν θες μα σαν ξυπνήσεις εδώ θα είμαι. Έχουμε πολλά κεφάλαια ακόμα ακούς Πήγασε?»

Είναι ήρεμος άμα κοιμάται, δεν έχει δύσπνοιες και δεν τον αδικώ που βρήκε τώρα αυτό τον τρόπο να ξεφεύγει. Η μαμά είναι συνέχεια δίπλα του, όχι μόνο τώρα, απ’ τα δεκαπέντε της. Μεγάλος έρωτας, μεγάλη αγάπη και οι δυό τότε ήσαν παιδιά, δυο τρελοί έφηβοι. Αντάμωσαν σε ένα πανηγύρι, γάμος ήτανε σε ένα χωριό, νομίζω στο δικό της και από τότε που οι ματιές τους ενώθηκαν είναι μαζί. Από παιδιά είναι μαζί και αχώριστοι και πάντα αγαπημένοι. Το πιο αγαπημένο ζευγάρι που γνωρίσαμε όλοι, το πιο όμορφο, τρελό, απλό και γνήσιο ζευγάρι. Η μαμά είναι συνέχεια δίπλα του, λέει πως πρέπει να αντέξει, να μην αφεθεί, να μην λυγίσει απ’ το πόνο που βλέπει τον αγαπημένο της να υποφέρει. «Δεν έχω άλλη επιλογή μου λέει, πρέπει να είμαι εδώ φρουρός και φύλακας του. Είμαι ο άνθρωπος του, ο πιο κοντινός από όλους.» Στα μάτια της ακόμα το κορίτσι που αγάπησε ο μπαμπάς. «Ναι μαμά της λέω και όσο κι αν πονά είναι τόσο όμορφο να το κάνεις από αγάπη κι όχι από καθήκον, έχει μεγάλη διαφορά.»

Ψες τον είδα όνειρο πως τρώγαμε όλοι μαζί και ο πατέρας έτρωγε με τα χέρια και ήταν χαρούμενος και λαίμαργος. Έτρωγε με τόση όρεξη και εγώ στο όνειρο μου μέσα το έβρισκα υπέροχο που ανάρρωσε τόσο απότομα, τόσο γρήγορα και τρώγαμε πάλι όλοι μαζί. Τον κοίταζα που ήταν σκυφτός επάνω απ’ το πιάτο και το πρόσωπο του χαμογελούσε. Πόσο του αρέσει το φαγητό, καλοφαγάς, λάτρης του καλού φαγητού και πάντα πρώτος στο τραπέζι. «Άννα φέρε και το ψωμί, πάλι ξέχασες την μαντιλιά μου, τόσα χρόνια πότε θα μάθεις κυρία Άννα? ….φέρε και μια παγωμένη μπύρα, τσακρί, από το θάλαμο, όχι από κάτω…», οι γνωστές ατάκες οι πολυαγαπημένες.

Νιώθω μια πλάκα στο στήθος, κάτι βαραίνει τις ανάσες μου, σαν τραίνα που φθάνουν αργά στο σταθμό τελειωμένα από καύσιμα. Φυσικό είναι θα μου πεις, κάποιος που αγαπάς πολύ υποφέρει, άρα πονάς μαζί του, φυσικό είναι. Όλοι στο σπίτι συμπάσχουμε, ξέρω και κάποιους φίλους που τον αγαπάνε πολύ, μα πολύ όμως που πονάνε και εκείνοι, στεναχωριούνται και κάνουν ότι μπορούν. Δεν γίνεται αλλιώς, να μην πονάς άμα πονά αυτός που τόσο αγαπάς.

Χθες μετά την δουλειά οδηγούσα για το σπίτι και πέρασα έξω από το πρακτορείο που πάντα έπαιζε λόττο και σαν ποτάμια ασταμάτητα, σαν βροχή απότομη που σε κάνει μούσκεμα, με μούσκεψαν και μένα απότομα τα δάκρυα μου. Σαν μικρές πύρινες μπίλιες έφευγαν απ’ τα μάτια μου και έσταζαν στο πρόσωπο και στο λαιμό μου καίγοντας με. Θόλωσε το βλέμμα μου, οδηγούσα και δεν έβλεπα και μετά μια φωνή με μάλωσε. «Σταμάτα χαζή, σταμάτα να λυπάσαι, όλα θα φτιάξουν. Ζόρια είναι θα περάσουν, είναι που είσαι αμάθητη και σε πήρε από κάτω. Να δεις που όλους θα σας κάνει έκπληξη, δεν θα πιστεύετε στα ματάκια σας.» Τι όμορφη φωνή ήταν αυτή, γεμάτη «ελπίδα», γεμάτη με ένα «ίσως», γεμάτη με «τι και αν συμβεί η ανατροπή»!

Σκέφτομαι ότι όλο αυτό είναι ένας εφιάλτης, ότι δεν συμβαίνει στα αλήθεια. Ένα μούδιασμα που σε ανακατεύει, το στομάχι σφίγγεται, η πείνα εξαφανίζεται ή εμφανίζεται έντονη. Ψάχνει η αυλή του παραδείσου τις χαρούμενες φωνές μας, αστεία πειράγματα σωρό, χαζομάρες, τραπεζώματα. Θα μου έφτανε φυσικά και με το παραπάνω να ήταν μόνο καλά ο Πήγασος και ας μείνει η αυλή χωρίς τραπέζια, χωρίς τίποτα. Να ήταν κάτω στην «αυλή του παραδείσου» και να ήταν απλά καλά.

Γράφω άμα στενοχωριέμαι, δεν μπορώ να μιλώ κλειδώνεται η γλώσσα μου, αμπαρώνεται η ψυχή μου, μαζεύω μέσα. Και λευτερώνομαι με το γράψιμο μέσα από τις λέξεις και τους χαρακτηρισμούς. Και βρίσκω πολλές φορές και θάρρος και αισιοδοξώ και ξανά ζωντανεύω το ουράνιο μου τόξο.

Λες να γίνονται θαύματα, λες να περιμένουμε ένα και εμείς? Ίσως στο ταξίδι των ονείρων που βρίσκεται τώρα ο Πήγασος, να συναντήσει εκεί το θαύμα και να το φέρει πίσω μαζί του απ’ το λήθαργο. Να το φέρει απ’ το όνειρο μέσα, εδώ στην πραγματικότητα. Να αρχίσουν όλα να θεραπεύονται και να γίνει καλά, να πάμε σπίτι. Κι όλοι να λένε «μα πως?» και εμείς να τους λένε «έτσι, γιατί η αγάπη κάνει θαύματα». Λίγο οι νεράιδες, λίγο οι άγγελοι, λίγο η Θεία Πρόνοια, λίγο το σύμπαν κ ο Δημιουργός των πάντων, όλοι οι Θεοί του Ολύμπου και ένα θαύμα δικό μας. Αφού γίνονται θαύματα ακόμα, θα περιμένω και εγώ ένα, που ξέρεις ίσως εκείνο το λόττο που χρόνια έπαιζε σταθερά και αμετάκλητα, να έρθει τώρα και να είναι το λόττο η ίδια η ζωή! «Να δεις που αυτή τη βδομάδα θα ‘κάτσει’, μου έλεγες, έχω προαίσθημα και με τρώει και η χούφτα μου. Άτε ρε κάτσε που να κάτσεις», έλεγες και εγώ γελούσα γιατί δεν με ένοιαζε ποτέ εκείνο το λόττο.

Πάντα δεν είναι η ζωή το μεγαλύτερο λόττο, η γλυκιά μικρή ζωή μας. Τώρα σε θέλω ‘λόττο’ τώρα να ‘κάτσεις’ και να φέρεις τον Πήγασο στην αυλή του Παραδείσου. Και κοίτα, κράτα τα χρήματα, εμείς θέλουμε μόνο το ‘λόττο’ την καλή του τύχη!!! *χαμόγελο*

Domenica~

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

6 Comments

  1. Eleni - Neyla says:

    Είναι η πρώτη φορά που δεν έχω τίποτα να πω! Τα δακρυα μου απλά παρασέρνουν όλα μου τα λόγια. Κάτι τα κρατούσε πίσω τόσο καιρό κάτι που αρνείτο πεισματικά να τα αφήσει να βγούν έξω από το μπαούλο που τα κρατούσε καλά φυλαγμένα. Λίγο η άρνηση λίγο ο θυμός λίγο η θέληση της πίστης…μα τώρα κυλάνε και τρέχουν ανέμελα μαζί με όλες μου τις αναμνήσεις και όλες μου τις προσευχές για ένα θαύμα…για μια είδηση ότι κέρδισε το λαχείο της ζωής. Τόσες νεράιδες είχα κρεμάσει και με συντρόφευαν τα Χριστούγεννα και τις παρακαλούσα για τα πιο ηλίθια πράγματα. Τώρα είναι που θέλω το θαύμα…τώρα είναι που θέλω ο Πήγασος να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει άλλη μια φορά μέσα από το κομμένο κεφάλι της μέδουσας απ όπου ξεπήδησε όταν ο Περσέας της έκοψε το κεφάλι. Σαν ένα θαύμα…σαν μια νίκη του καλού μέσα από το κακό. Κοιμήσου τώρα δικέ μας Πήγασε..μα μάζεψε δυνάμεις και έλα πίσω σε μας …στην δική μας μουσική αυλή…στον δική μας μαγεμένο κήπο..στη δική μας αυλή του Παραδείσου….η άλλη μπορεί να σε περιμένει…είναι νωρίς ακόμα………….ΧΧΧΧΧΧ

    • Domenica says:

      🙂 ne i alli avli na perimeni, einai poly noris akoma! Eleni mou mikri mou ‘adelfoula’ k triti kory tou Pigasou, afta ta lei ekeinos, ohi ego heheheh… to thavma tha gini giati ehi mia psyhara o Pigasos, gemati pisma k agapi! Oti hriazete i sintagi! xxxxxx

  2. Annita Georgiou says:

    Εξαιρετικό……..

Leave a Reply

Your email address will not be published.