Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Jun 01

Όταν κοιτάς από ψηλά…

Αφού το θες, αφού το σκέφτεσαι καιρό τώρα, γιατί δεν το κάνεις. Πάρε ένα αεροπλάνο, ταξίδεψε μακριά όπου η καρδιά σου λαχταρά. Σε εκείνο το μέρος το εξωτικό που σε μάγεψε μέσα από φωτογραφίες και σε έκανε να νιώσεις τόση θλίψη που δεν ήσουν εκεί, που δεν πήγες ακόμα, που ίσως δεν πας ποτέ. Γιατί το καθυστερείς, τι φοβάσαι, νομίζεις πως έχεις πάντα το αύριο, πως είσαι ακόμη πολύ νέος. Άλλαξε παραστάσεις, βγες απ’ το κουτί, βγες από τον μικρό τακτοποιημένο κόσμο σου. Μεγάλωσε το βλέμμα σου και δες τι υπάρχει εκεί έξω, δες τον κόσμο που ονειρεύτηκες. Τον κόσμο που δεν γνώρισες ακόμα μα που γύρω σου υπάρχει, ο κόσμος δεν είναι μόνο το σπίτι σου, οι δικοί σου άνθρωποί, οι συγγενείς σου, η δουλειά σου, η πόλη που ζεις, τα άστρα που σημαδεύεις με αυτά τις ευχές σου. Κόσμος δεν είναι τα καθημερινά προβλήματά σου, οι αστείες έγνοιες σου, το ανόητο σου άγχος για μικροπράγματα κυρίως. Κόσμος δεν είσαι εσύ, αυτός, αυτή μονάχα. Κόσμος είναι όσα δεν έχεις δει, μα και όσα δεν έχεις γνωρίσει, δεν έχεις συναντήσει ακόμα. Ξέρεις πόσο όμορφο είναι το συναίσθημα να βρεθείς ανάμεσα σε χιλιάδες άγνωστους ανθρώπους? Ξαφνικά αισθάνεσαι ελεύθερος, μοναδικός, βιώνεις μια εξαιρετική χαρά του να είσαι ασήμαντος με την καλή έννοια. Ασήμαντος με την έννοια του ανάλαφρου, όλα ξαφνικά είναι πιο χαλαρά, πιο απλά. Αυτό το υπέροχο συναίσθημα του να μικραίνουν ξαφνικά όλα σου τα τεράστια προβλήματα, που εσύ πάντα θεωρούσες τόσο σοβαρά.

Συνήθως πατάς στη γη και σηκώνεις το βλέμμα επάνω. Κοιτάς ψηλά στον ουρανό, στις μέρες σου κοιτάς τα σύννεφα, τις βραδιές κοιτάς τα αστέρια. Τα βλέπεις τα σύννεφα όπως ακριβώς είναι φουσκωτά να μετακινούνται σαν κάποιος να τα τεντώνει. Κάποτε όμως καλπάζει η φαντασία σου και βλέπεις αρκουδάκια στον ουρανό ή ένα τεράστιο δράκο. Άμα τα σύννεφα μυρίζουν βροχή τα αγαπάς? Στο γκρίζο σκοτεινό τους χρώμα νιώθεις το μήνυμα που στέλνουνε? Αναρωτήθηκες πως είναι να δεις τα σύννεφα ανάποδα, από την πίσω τους μεριά? Να τα νιώσεις δίπλα σου, έξω απ’ το παράθυρο σου, όπως γίνεται μέσα σε από ένα αεροπλάνο. Είναι αλλιώς άμα κοιτάς από ψηλά, όταν δεν σου κρύβουν τον ήλιο. Σαν τα σύννεφα που μαζεύονται κάποτε μέσα σου, που κάθονται επάνω στη ζεστή καρδιά σου, μα όσο γκρίζα κι αν είναι δεν μπορούν ποτέ να κρύψουν τους κατακόκκινους κτύπους της. Κοίταξε προσεχτικά, δες πως φλυαρούν οι ηλιαχτίδες ανάμεσα στα φουσκωμένα σύννεφα, πως παίζουν κρυφτό, είναι όμως εκεί, πάντα είναι εκεί οι αχτίνες και περιμένουν την επόμενη μέρα.

Πάρε το τρένο ή το λεωφορείο και πήγαινε στην επόμενη πόλη και δες την όπως δεν την είδες ποτέ πριν. Δες τις λεπτομέρειες, άκου τους ήχους της, μύρισε την. Περπάτησε στα στενά ξεχασμένα δρομάκια της και κάθισε σε ένα σκαλοπάτι. Σκύψε κάτω και δες το λουλούδι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές ενός σπασμένου πεζοδρομίου, τι μεγαλείο θα πεις, ακόμα και εδώ η δύναμη της φύσης. Ακόμα και μέσα από ένα νεκρό τσιμέντο, γεννά η γη την ζωή και ομορφαίνει την ασχήμια μας. Κοίταξε τους ανθρώπους, δες τους στα μάτια και άκουσε τις λέξεις που δεν λένε με το στόμα τους, αυτά που αυθόρμητα θέλουν να πουν μα φοβούνται μήπως τους πάρουν για τρελούς. Όλοι γύρω σου διψούν για αγάπη, όλοι όμως. Όταν τους χαμογελάσεις, μαλακώνουν τα πρόσωπα τους από τις ασπίδες άμυνας για προστασία. Όχι όλοι λες μα οι περισσότεροι, ακριβώς αυτό, οι περισσότεροι, αυτοί που αναγκάστηκαν. Νιώσε τον ήλιο που αγκαλιάζει τα πάντα, ζεσταίνει ακόμα και τις πέτρες, κοίταξε τα σύννεφα ξανά, δεν είναι όλα πιο όμορφα τώρα?

Ταξίδεψε με αεροπλάνο, με τρένο, με λεωφορείο, με το μυαλό σου. Και πήγαινε χωρίς συντροφιά για να δεις πραγματικά τα πάντα γύρω σου. Τα πιο σημαντικά ταξίδια της ζωής σου τα κάνεις μόνος σου. Από την μήτρα έξω στη ζωή και απ’ τη ζωή πίσω στη γη. Και στο μεσοδιάστημα, πριν και μετά απ’ τη σιωπή της ύπαρξης σου, θα κάνεις πολλά ταξίδια, πραγματικά και μη. Με συντροφιά δεν μπορείς να τα δεις όλα, θα αποσπάται η προσοχή σου. Μόνος σου θα δεις τις λεπτομέρειες αυτές που κάνουν την διαφορά.

Οι άνθρωποι είναι πια τόσο πολύ μόνοι, πιο πολύ από ποτέ πριν. Δεν μιλούν, δεν μοιράζονται και φοβούνται να αγαπήσουν. Έχεις ακούσει άνθρωπο να λέει «…δεν θέλω ποτέ να ερωτευτώ εγώ…», εγώ άκουσα κάποιον να το λέει και μετά με ‘πιασε το γέλιο. Μα αν δεν θες ποτέ να ερωτευτείς δεν θα ‘χεις ζήσει. Τι φοβούνται άραγε πιο πολύ οι άνθρωποι, τον πόνο του χωρισμού, της εγκατάλειψης? Σε έχει εγκαταλείψει ποτέ κανείς …μήπως εσύ έχεις εγκαταλείψει κάποιον? Καλύτερα να σε πληγώνουν παρά να πληγώνεις. Ο χρόνος σαν μαστίγιο σε κυνηγά για το πόνο που έδωσες. Έρχεται πίσω εις διπλούν και καταλαβαίνεις τότε ότι δεν μπορείς να πας πίσω, δεν μπορείς να αλλάξεις αυτό που έγινε.

Πολλά τα χρόνια στη γη, πολλές οι ζωές και φτάσαμε ως εδώ. Φτάσαμε στις εποχές της επιλεγμένης φυλακής. Οι άνθρωποι κλειδώθηκαν στα σπίτια τους, εθελοντικά. Τώρα υπάρχει η γειτονιά της οθόνης, τώρα βασιλεύει πιο πολύ η μοναξιά από ποτέ άλλοτε στο πλανήτη μας. Μαζεύονται γνωστοί και άγνωστοι στη γειτονιά του F.B. και περνούν ώρες εκεί. Και αντί με βλέμματα και αληθινά πειράγματα, νιώθουν χαρά μες την καρδιά με ένα λάικ, με ένα πόουκ, γιατί έχουν ανάγκη από σημασία, ανάγκη να τους προσέξει κάποιος, ανάγκη να τους ξεχωρίσει. Να βγούμε απ’ το κουτί, να βγούμε έξω, να μαζέψουμε γνωστούς και άγνωστους αλλά να τους κοιτάμε απέναντι μας, να κάτσουμε στα πεζούλια, στα πεζοδρόμια, να κλωτσήσουμε μπάλα, να σε σπρώξω πραγματικά κι ας πέσεις χάμω, να φλερτάρουμε στα αλήθεια, να νοιαστούμε πραγματικά γιατί υπάρχουμε και είναι ωραίο να αγγιζόμαστε. Δεν θέλουν, είναι πιο ασφαλισμένα έτσι, πίσω απ’ την οθόνη στα δωμάτια τους με κλειστές τις πόρτες, όλες τις πόρτες. Δεν χρειάζεται να είμαι όμορφη, να είμαι λεπτή, είμαι ένα τέρας αλλά μιλώ όμορφα, αυτό αρκεί στην οθόνη. Ναι μα για την καρδιά δεν αρκεί, η καρδιά ζητά την αλήθεια.

Φύτεψε ένα κήπο, δες τον να μεγαλώνει, πάρε ένα μικρό ζωάκι και μάθε να το φροντίζεις, νιώσε, άγγιξε, μάθε ξανά απ’ την αρχή με το δικό σου τρόπο. Δεν είναι ανάγκη να ακολουθείς όταν μπορείς να ηγείσαι του εαυτού σου. Γράψε σε ένα τοίχο το όνομα σου, όχι αυτό που σε βάφτισαν, αυτό που θα διάλεγες εσύ και ύστερα πήγαινε να ζήσεις τη ζωή σου, όχι αυτή που σου δίδαξαν, αυτή που σε εκπαίδευσαν να γνωρίζεις, μα αυτή που εσύ θα διάλεγες. Ίσως τελικά να μην σου αρέσουν πολλά από αυτά που σου έμαθαν, ίσως εσύ να είσαι καλύτερα άμα φτιάξεις τον δικό σου κόσμο όπως τον φαντάστηκες. Τώρα, κάντο τώρα, μόνο έτσι αξίζει που είσαι εδώ. Είναι δικιά σου η ‘βόλτα’ και ο δρόμος, τα ταξίδια όλα, δικά σου κι αυτά. Θα πάψεις να πονάς εντελώς μόλις πάρεις το αεροπλάνο, το τρένο, το λεωφορείο, το δικό σου μυαλό και την δικιά σου ευθύνη. Μπορείς να κάνεις τα πάντα, να δεις τα σύννεφα ανάποδα, μπορείς να γίνεις ότι θέλεις, φτάνει να το αποφασίσεις. Και αν πεις, δεν μπορώ, δεν γίνεται, να ξέρεις πως απλά φοβάσαι και είναι εντάξει να φοβάσαι, φτάνει να μην κάνεις πίσω, γιατί μόνο από φόβο χάνουμε.

Domenica~

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

Leave a Reply

Your email address will not be published.