Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Jul 11

Στο φως των αστεριών!

Ξέρω μια Λιλή που αγάπησε μια λάθος αγάπη. Μια αγάπη που μόνο πόνο θα έφερνε σε αυτούς που αγαπούσε. Ποια καρδιά πάει και ερωτεύεται της αδελφής τον άντρα? Πως επιτρέπει τέτοια αγάπη το μεγάλο σύμπαν. Καταδικασμένη αγάπη που δεν μπορεί να ζει, κι όμως γεννήθηκε. Πως η καρδιά διαλέγει της καλύτερης φίλης τον αγαπημένο? Πως γίνονται τέτοιες προδοσίες άθελα των ανθρώπων, πως? Η Λιλή δεν μιλά ποτέ για αυτό και σε κανέναν, έθαψε την αγάπη μέσα της και όσο την θάβει τόσο αυτή την καίει σαν φωτιά μανιασμένη. Το κακό ρίζωσε μέσα της και την διαφεντεύει. Φωνές την μαδάνε κάθε μέρα ‘…μια λάθος αγάπη δεν ευλογείται ξέχνα τον …της αδελφής σου τον άντρα? …το αίμα σου, αδελφή και φίλη μαζί …πως άφησες την καρδιά σου σε τέτοιο μονοπάτι να βρεθεί, χωρίς γυρισμό …’ φωνές που πολεμάνε την μικρή ψυχή της καθημερινά. Για λίγο τολμά να σκεφτεί να ζήσει το όνειρο της και μετά τρομαγμένη, σχεδόν εξορισμένη, τρέχει να κρυφτεί σε ορκισμένες ψυχές ψυχολόγων, που πασχίζουν να την βοηθήσουν να καταλάβει πως δεν υπάρχουν νόμοι για το πώς πρέπει να είμαστε, για το ποιους πρέπει να αγαπάμε και πως η παραδοχή μας λυτρώνει. Μικρή μου Λιλή δεν κάνεις κακό σε κανένα επειδή αγαπάς, απλά μην προχωράς αφού κακό δεν θες να κάνεις σε αυτούς που αγαπάς. Η επιλογή είναι δικιά σου, ή εσύ θα ματώνεσαι ή κάποιος άλλος. Στο κόσμο της αγάπης, του έρωτα που μανιασμένος μας πολιορκεί δεν υπάρχουν νόμοι, υπάρχουν όμως επιλογές και συνέπειες. Με αυτές ζούμε όλα μας τα χρόνια, δέσμιοι πάντα των παθών μας. Είναι όμως αλήθεια και όμορφη αλήθεια πως ναι, η παραδοχή είναι μεγάλη λύτρωση. Να φτάσεις μόνο να το παραδεχτείς, να το αποδεχτείς με αγάπη, με καλοσύνη ότι κι αν είναι αυτό που θες, που αισθάνεσαι. Δεν κάνεις σε κανένα κακό με την παραδοχή, απλά αφήνεσαι, ξεκουράζεις την ψυχή σου.

Ξέρω και μια Καλυψώ που το δικό της μονοπάτι μοιάζει με ένα τέλειο παραμύθι γεμάτο χρώματα και ουράνια τόξα, άπλετη αγάπη, χαρά και πολλές, μα πολλές ευχές. Ευχές που σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνται. Στο όμορφο παραμύθι της Καλυψώς, ζει μόνιμα και μόνη μια βασίλισσα που παρόλη την καλοσύνη και ομορφιά της κανείς δεν μοιράζεται τα προικισμένα χαρίσματα της. Τα γεύονται κατά διαστήματα διάφοροι πρίγκιπες που θαμπωμένοι αρχικά, απ’ την ομορφιά του παλατιού και της βασίλισσας, μπαίνουν μέσα σχεδόν απροσκάλεστοι να το χαρούν, να το γλεντήσουν και μετά, σχεδόν με αναίδεια και αχαριστία το εγκαταλείπουν νωρίς, αφήνοντας το μέλι στα χείλη της αξόδευτο. Οι άνθρωποι είναι παράξενα όντα. Συχνά όταν τους δίνεις απλόχερα την χαρά και την ευτυχία, δεν την θέλουν. Προτιμούν το κυνήγι, την πάλη για την απόχτηση της, την πρόκληση που τους κάνει να νιώθουν δυνατοί, ικανοί, ισχυροί. Κι ας ήταν η Καλυψώ η όμορφη βασίλισσα ότι καλύτερο τους έτυχε στο δρόμο τους, ένα ακατέργαστο διαμάντι που δεν μπόρεσαν να δουν, να εκτιμήσουν. Θαρρώ όμορφη βασίλισσα μου πως ίσως θα πρέπει να εγκαταλείψεις το όμορφο παλάτι σου και ζητιάνα να ντυθείς ή και μάγισσα κακιά στο δάσος των ανθρώπων να ριχτείς, ζορίζοντας τους, κάνοντας την δύσκολη. Οι πρίγκιπες τελικά εκείνο που αναζητούν περισσότερο είναι το ζόρι, να τους υποτάξει μια γυναίκα και έτσι την θαυμάζουν πιότερο και έτσι την ποθούν μες την σάρκα τους. Όχι όλοι, αυτό στο ορκίζομαι, μα οι περισσότεροι διαλέγουν τις γυναίκες που τους δίνουν πόνο, ζόρι και ένα μακρύ αγώνα. Έναν αγώνα που τους επιβραβεύει σε επανάληψη, με το τίτλο του μαχητή, του άντρα του πολεμιστή. Τελικά είμαστε η οδός, το ωραίον φύλο, για να αποχτήσει τον αντρισμό του το αρσενικό είδος.

Ξέρω και μια Αλκυόνη που έμεινε κλειστή όλα της τα χρόνια, στο μικρό γυάλινο κόσμο της, όπου όλα ήσαν σχεδόν τέλεια βαλμένα, αφού για αυτά φρόντιζε πάντα ο καλός της βασιλιάς. Ήταν ένας φτωχός βασιλιάς, με καρδιά λιονταριού. Δούλευε σκληρά όλα του τα χρόνια για να μην της λείψουν τα απαραίτητα, να είναι καλά και ασφαλισμένα στον γυάλινο, μικρό της πύργο. Στη μεγάλη αρένα της βιοπάλης δεν την άφησε να βγει, μα ούτε το τιμόνι της ζωής την άφησε να πιάσει μονάχη της, σαν να είχε στο χέρι του χαρτί υπογραμμένο, συμβόλαιο σφραγισμένο, πως δεν θα έφευγε ποτέ από κοντά της. Μα όλα κι αν τα όριζε, ποιος ορίζει το θάνατο, την μέρα την δικιά του? Την μέρα που όλοι έχουμε, αυτή που θα φύγουμε για μέρος άγνωστο, που αποτελεί μυστήριο για την μικρή ύπαρξη μας. Μα τροφοδοτούμε αιώνες τώρα τις καρδιές μας και τρέφουμε τη πίστη, πως στον άλλο κόσμο που θα πάμε θα είναι πολύ καλύτερα από δω, που τόσο βασανιζόμαστε με τα χίλια πάθη μας, σωματικά και ψυχικά. Η Αλκυόνη τώρα που δεν έμαθε να ζει έξω από τη γυάλινη αυλή του παραδείσου της, θα αποφασίσει μάλλον να μείνει εκεί μέσα κλειδωμένη, αφού έτσι έμαθε να ζει και να αναπνέει και έχουν περάσει πολλά χρόνια για να εγκαταλείψει τώρα. Να μάθει αλλιώς να ανασαίνει δεν είναι εύκολο, αφού όλοι μας είμαστε πλάσματα της συνήθειας.

Υπάρχουν όμως και κάτι πλάσματα αλλιώτικα που αν και είναι άνθρωποι κι αυτά, αν και είναι και αυτοί πλάσματα της συνήθεια, των παθών, ξέρουν να αλλάζουν το δρόμο τους και να μαθαίνουν στη καρδιά τους νέα ζωή ξανά και ξανά με φόβο ή χωρίς. Δεν είναι ο φόβος λόγος να μην ζεις, είναι η πρόκληση να δεις τον εαυτό σου πιο βαθιά. Να κοιτάξεις πέρα από αυτό που γνωρίζεις ως τώρα και να δεις πόσο όμορφα είναι ετούτος ο κόσμος πλασμένα, πόσο καταπληκτικός και αλλιώς είναι φτιαγμένος σε άλλα μέρη της γης και πόσους δρόμους σου χαρίζει απλόχερα να ζήσεις. Να ψιθυρίσεις στη καρδιά σου πως μπορείς να μάθεις να ζεις τα πάντα, φτάνει να θέλεις. Σαν κανάλι ανοιχτό γεμάτο δίψα για το φως, που ρίχνει κάτω σε εμάς το σύμπαν κάθε στιγμή της ζωής μας, σαν ποτάμι ασταμάτητο που θέλει να τελειώσει ξεδιψασμένο. Και εκεί σε εκείνο το βράχο που η τελευταία πνοή θα αφεθεί, να φύγει από χείλια χαμογελαστά και με ψυχή γιομάτη. Η πίκρα να είναι μόνο του αποχωρισμού του ανθρώπινου, τίποτα άλλο. Να ξέραμε όλοι τον τρόπο να πάμε στο φως, προτού σωματικά πεθάνουμε. Να μην μαθαίναμε το σπουδαίο μυστικό την τελευταία στιγμή πως η ζωή είναι λίγη, το ταξίδι γρήγορο και μικρό μα τόσο συναρπαστικό. Ζούμε και πεθαίνουμε με την ελπίδα πως θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε με άλλους τρόπους. Το έχουμε ανάγκη όσοι αγαπήσαμε αυτό που γίναμε στο ταξίδι της ζωής μας. Οι υπόλοιποι μάλλον εύχονται να τελειώνουν όλα εδώ, να μην ξανά χρειαστεί να υπάρξουν και να ανεχτούν την απαίσια, μουντή ψυχή τους. Ίσως η συνέχεια μας μετά το σωματικό μας θάνατο να εξαρτάται και από εμάς, που ξέρεις. Ίσως να είναι θέμα ευχής και πίστης.

Ξέρω και έναν Ηρακλή που το παιδί μέσα μου, δυνατότερο του δεν γνώρισε. Με καρδιά λιονταριού, με ψυχή μωρού παιδιού και με δυο χέρια ατσαλένια που λύγιζαν τα σίδερα για χρόνια, μ’ αυτά μας μεγάλωσε. Εκείνα τα ταλαιπωρημένα σκληροτράχηλα χέρια μου χάρισαν τις πιο γλυκές αγκαλιές αγάπης. Κανείς δεν μπορεί να μεγαλώσει μόνος του, κανείς. Όλοι χρειαζόμαστε δύο άλλα χέρια, να μας κρατήσουν, να μας στηρίξουν, να μας μάθουν, να δουλέψουν για μας χρόνια ολόκληρα. Ο Ηρακλής ο δικός μου ήτανε πάντα στο τιμόνι και με αυτό οδηγούσε για χρόνια τις ζωές μας, πάντα μας έβγαζε σε στεριά χαράς και γιορτής, πάντα είχαμε για όλους και για φίλους και περαστικούς, δεν μας τέλειωνε ποτέ το φαγητό κι η αγάπη. Όλα κι αν τελειώνανε, το γέλιο στην αυλή μας δεν σταμάταγε ποτέ. Δεν τέλειωνε η δουλειά, μα ούτε η χαρά μας τέλειωνε και επάνω σε τραίνο γοργό ήταν γραμμένη η ζωή του. Σαν σφαίρα στροβιλιζόταν στους πέντε ανέμους και στους χίλιους δυό βοριάδες και όλα τα όνειρα του τα έγραφε στα αστέρια τις βραδιές. Στο ξημέρωμα κάθε αυγής, έτασσε στον εαυτό του τα χρωστούμενα και καρτερούσε πως το καινούργιο αύριο που έγινε σύντομα σήμερα θα φέρει τα καλύτερα. Και αυτό γινότανε για χρόνια ώσπου μια μέρα, εκεί στο παρά πέντε, απότομα λυγίσανε τα ‘σίδερα’ της καρδιάς. Τον πρόδωσε η καρδιά του και αρρώστησε η ανθρώπινη πλευρά του. Μα η ψυχή έγινε ακόμα δυνατότερη και μέσα στο άρρωστο σώμα, φωνάζει πως όλα θα γίνουν φως σύντομα και λίγο ακόμα να περιμένουμε θα ανταμωθούμε ξανά, στο καλύτερο μας πανηγύρι, ντυμένοι όλοι στ’ άσπρα με ξάλαφρες ψυχές που κανένα σώμα πια, δεν θα τις βαραίνει. Άγγελοι, σε χώρα ουράνια μουσικά πλασμένη, θα χαιρόμαστε την αιώνια χαρά, έτσι λένε και πως ανάγκη καμιά δεν θα ‘χουμε, ανάγκη σωματική. Μονάχα η αγάπη θα είναι αρκετή και από τα γήινα θα κρατήσουμε το καλύτερο και εκεί ψηλά, το γέλιο μας.

Ξέρω πως η αγάπη ξεπερνά το θάνατο, ξέρω πως με την δύναμη της μπορούμε να γίνουμε αιώνιοι, όπως το φως ενός αστεριού που ταξιδεύει και φέγγει ακόμα, αιώνες μετά το θάνατο του.

Αφιερωμένο στον δικό μου Ηρακλή, στον Πήγασο μου!

Domenica~

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

7 Comments

  1. Eleni - Neyla says:

    Αγαπημένη μου αν και σου είπα την άποψη μου τηλεφωνικώς ξέρω ότι σου αρέσει να σου αφήνω και τα σχόλια μου γραπτώς 🙂 Πραγματικά η γραφή σου έχει φτάσει σε ψηλό επίπεδο. Ξεδιπλώνεις σκέψεις εικόνες μηνύματα που κάποιος που θα τα διαβάσει αντιλαμβάνεται πόσο πολύ “ψάξιμο” κάνεις καθημερινά και πόση αναζήτση τόσο πνευματική όσο και έρευνα στο διαδύκτιο αλλά και στον πλούσιο κόσμο των βιβλίων. Οι ιστορίες σου αγγίζουν ψυχές ανθρώπων …τη δική μου σίγουρα πάντοτε…και σε κάνουν να ταξιδεύεις σε κόσμους που ίσως ήδη ζεις η σε κόσμους που θα ήθελες να ζήσεις 🙂 Μακια σου 🙂 χχχχ

    • Domenica says:

      Σε ευχαριστώ φιλεναδάρα μου!!!!! Είναι αλήθεια πως μου δίνει τεράστια χαρά το σχόλιο σου, όχι μόνο γιατί είσαι μια καταξιωμένη φιλόλογος και ψυχολόγος αλλά και γιατί είσαι η πιο καθάρια ψυχή που ξέρω. Σχετικά με την σημερινή ανάρτηση ένα έχω να πω, που εσύ θα το καταλάβεις απόλυτα, «όλου του κόσμου οι Κυριακές ήτανε δικές μας!!!!» 🙂

  2. Kevin says:

    Με μάγεψε το κείμενο σου.. Ό,τι και να πω θα είναι λίγο..

    Πόσο σοφό αυτό που είπες : Ξέρω πως η αγάπη ξεπερνά το θάνατο, ξέρω πως με την δύναμη της μπορούμε να γίνουμε αιώνιοι, όπως το φως ενός αστεριού που ταξιδεύει και φέγγει ακόμα, αιώνες μετά το θάνατο του.

    Πόσο σοφό…

    • Domenica says:

      Και εμένα εκείνο το τελευταίο με άγγιξε πολύ. Το έγραψα έτσι χωρίς να το σκεφτώ, βγήκε χύμα μέσα απ’ τη ψυχή μου αφιλτράριστο και μου ‘φερε δάκρυα στα μάτια. Αυτή η συγκίνηση που αισθάνομαι άμα γράφω κάτι που δεν σκέφτομαι μα που από πηγή ψυχής στην πένα μου καταλήγει, είναι θείο δώρο και ευχαριστώ το σύμπαν για την προσφορά του. Σε ευχαριστώ Κέβιν μου για το σχόλιο σου, μου δίνει τόση χαρά να μοιράζομαι κομμάτια της ψυχής μου! χ

  3. Files efharisto gia ta likes, efharisto poly!!!!!!!!

  4. Maria Stasoulli says:

    poly omorfo gia alli mia fora koula mou :))

  5. Ξέρω πως η αγάπη ξεπερνά το θάνατο, ξέρω πως με την δύναμη της μπορούμε να γίνουμε αιώνιοι, όπως το φως ενός αστεριού που ταξιδεύει και φέγγει ακόμα, αιώνες μετά το θάνατο του.

    Αφιερωμένο στον δικό μου Ηρακλή, στον Πήγασο μου!

Leave a Reply

Your email address will not be published.