Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Oct 30

Αλλόκοτα, αστεία, ανθρώπινα!

Τόσα ράφια, τόσες γωνιές και εσύ έμεινες εκεί στο ίδιο σημείο. Να αλλάζουν πάντα οι εποχές γύρω σου, βρίσκοντας σε πάντα ακίνητη. Λες και αν κάνεις ένα βήμα θα χαθείς, θα εξαφανιστείς. Αναρωτιέμαι αν είναι ο φόβος που σε κρατά ακινητοποιημένη, αν είναι το βόλεμα, ή απλά η συνήθεια. Άραγε να ξέρεις το γιατί και αν το ξέρεις, γιατί δεν κάνεις κάτι για αυτό; Έχω την εντύπωση πολλές φορές πως έχεις την αίσθηση πως ο χρόνος δεν περνά από πάνω σου. Σε έχει μεθύσει και εσένα εκείνο το σύννεφο, πως μένεις πάντα νέα και όμορφη. Το μεγαλύτερο ψέμα της ανθρωπότητα. Αλλάζουμε όλοι ανεξαιρέτως και αν σου είναι κομματάκι δύσκολο να το κατανοήσεις, μην ανησυχείς, θα στο πει μια μέρα ένα μικρό καθρεφτάκι. Αυτό που βγάζεις απ’ τη τσάντα σου και καμαρώνεις το τεντωμένο ακόμη δερματάκι σου. Αλλάζεις όμως καλή μου και έτσι όπως αλλάζεις, μου κάνει εντύπωση που φέρεσαι ακόμη το ίδιο. Με το μονίμως παγωμένο σου χαμόγελο, τα μονίμως ανοιχτά σου μάτια. Η πρώτη μου αγάπη, των παιδικών μου χρόνων. Πάντα μου άρεσε να μιλώ στις κούκλες μου. Αλήθεια, πίστευα πως με ακούγανε, πως είχανε ψυχή και καρδιά και συναισθήματα. Απλά στο δικό τους κόσμο δεν μιλούσαν ποτέ, για το δικό μας καλό. Επειδή ήμασταν παιδιά και μόνο οι γονείς ήξεραν καλύτερα. Οι κούκλες αν μιλούσαν μπορεί να γινόμασταν ακόμα πιο άτακτα. Πίστευα που λέτε πως οι κούκλες με άκουγαν πολύ προσεκτικά και κρατούσαν ασφαλή όλα μου τα μυστικά. Γι αυτό τις αγαπούσα τόσο πολύ. Κάποιες φορές μάλιστα πίστευα πως με αγνοούσαν. Τις αλήθειες που δεν μας αρέσουν, τις απορρίπτουμε αμέσως, τις αρνιόμαστε και αδιαφορούμε εντελώς για τις συνέπειες. Αυτό το κάνουμε περισσότερο στην παιδική ηλικία, αλλά και μετά. Λένε πως δεν μπορείς να διδάξεις τίποτα σε κανέναν. Μπορείς να πάρεις ένα άλογο με το ζόρι στο τόπο που βρίσκεται το νερό, μα δεν μπορείς με καμία δύναμη να το αναγκάσεις να πιεί νερό. Πρέπει να θέλει ο ίδιος ο άνθρωπος να αλλάξει, να μάθει, να διδαχτεί, να εξελιχτεί. Αλλιώς στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Βαριέμαι, κάποτε βαριέμαι πολύ. Βαριέμαι που ζω με αυτούς τους αργούς ρυθμούς εδώ στο νησί. Κάτι αιωρείται στην ατμόσφαιρα εδώ πέρα, κάτι υποβόσκει διαρκώς και σε παίρνει και σένα το κύμα και όλο βουλιάζεις σε ένα τεμπέλικο ρυθμό. Ίσως είναι και ο τρόπος ζωής στα νησιά, γενικότερα. Απ’ την άλλη πρέπει να ομολογήσω πως βρέξει, χιονίσει, τον περισσότερο καιρό αισθάνομαι ευτυχισμένη. Έχω και ένα Κίνγκ στο σπίτι φτου σου μάτια μου, αλλά και χωρίς λόγο χαίρομαι εύκολα… Με κάτι μικρό, με κάτι ασήμαντο, απλό. Εκείνο που βαριέμαι είναι η επανάληψη, αυτή που απλά δεν μπορείς να αποφύγεις… Πρωινό ξύπνημα, μπάνιο, καθαριότητα, ετοιμασίες, κάθε μέρα, την ίδια ώρα. Δεν γίνεται αλλιώς, θα βρομήσουμε. Κάθε μέρα στη σειρά σαν ένα τρένο από επαναλαμβανόμενες συνήθειες. Καθημερινές φροντίδες, πράγματα που καταντούν και αγγαρείες. Κάποια άλλα χαίρεσαι να τα κάνεις, το φαί ας πούμε. Το καλό φαί μπορεί να σε κάνει πολύ ευτυχισμένο, το φαί και ο ύπνος. Αχ ο ύπνος ειδικά αν έχεις ξενυχτήσει, είναι βάλσαμο. Ξέρω λέω βλακείες μα και εσύ τα σκέφτεσαι αυτά, έτσι δεν είναι; Κάθε τόσο τα σκέφτεσαι και εσύ. Όλοι μας. Και ύστερα σκέφτομαι τα χρήματα. Ή μάλλον σκέφτομαι όλα αυτά τα υπέροχα, τα γλυκά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με τα χρήματα. Κυρίως τρελά πράγματα. Κλείνω τα μάτια και … Τα κλείνεις και εσύ? Που λες, κάποτε κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι να κάνω αυτά που θέλω. Έχει ένα δέντρο πίσω στην αυλή μου, που φυτρώνουν σε αυτό, αντί για φύλλα, ευρώ. Πολλά ευρώ. Πέφτουν χάμω και το πρωί με το καφέ τα μαζεύω. Γεμίζω το καλάθι μου με μοβ δέσμες και κίτρινες. Α! Και πράσινες. Πηγαίνω στο My Mall και θέλω να ανέβω πάνω ψηλά και να ρίξω τα ευρώ στο κενό, πάνω από αυτούς που πατινάρουν στο πάγο. Είμαι σίγουρη θα πέσουν όλοι κάτω. Να τρακάρουν ο ένας πάνω στον άλλον, να πέφτουν κάτω να κτυπούν αλλά να μην πονούν στη θέα των ευρώ. Τα ευρώ είναι πολύ ισχυρά, μουδιάζουν τον πόνο. Και ύστερα να πάω στη παραλία εκεί που ταΐζουν γλάρους κάτω στην ακτή Ολυμπίων και να βγάζω και εγώ απ’ το σακούλι το ψωμί μου. Να το σκορπάω παντού, να μαζεύονται οι γλάροι γύρω μου. Θέλω να βάλω και λίγο ψωμί στους ώμους και στα μαλλιά μου, να ‘ρθουν και να κάτσουν επάνω μου. Είναι μαγική η αίσθηση να τρώνε επάνω στο κεφάλι σου, ενώ τα άτακτα φτερουγίσματα τους, ηχούν σαν χάρτινες καμπάνες στα αυτιά σου. Μετά ρίχνω και μερικά ευρώ, με τον ίδιο τρόπο που μοίρασα το ψωμί στους γλάρους μου, κοντά στο πεζόδρομο. Μαζεύονται πολλοί άνθρωποι και τρακάρουν με τους γλάρους. Γίνεται χαμός, πετάνε τα ψωμιά και τα ευρώ στον αέρα. Οι γλάροι θυμώνουν και αρχίζουν να τσιμπάνε τους ανθρώπους και εκείνοι ξαφνικά χαστουκίζουν τους γλάρους γιατί δεν έχουν καιρό για χάσιμο, πρέπει να προλάβουν να αρπάξουν τα ευρώ που τους έριξα. Την κάνω με ψηλά πηδηματάκια και φεύγω, αφήνοντας το χάος πίσω μου. Ενώ απομακρύνομαι, κοιτάω μια τελευταία φορά πίσω. Βλέπω φτερά στον αέρα, μοιάζουν άγγελοι, χωρίς κορμιά. Πάω για φραπέ κοντά στο κάστρο. Κάθομαι δέκα ώρες, πιπιλώντας τον ίδιο καφέ. Το γκαρσόνι τα παίρνει κανονικά, κρατάω τη θέση τόση ώρα, ο ίδιος πελάτης. Που να ‘ξερε ο φτωχός τι πρόκειται να του συμβεί. «Μήπως θα θέλατε κάτι ακόμα;» με ρωτά για πολλαπλή φορά, ανυπόμονος. Τα βλέπω τα μάγουλα του, έχουν αναψοκοκκινίσει. Σκέφτομαι ότι θέλει να μ’ αρπάξει και να με ρίξει έξω με τις κλοτσιές. Σηκώνομαι και λέω, «Μπα δεν θέλω πίποτε, έχω που ούλα χα χα χα!» και αφήνω μια χοντρή δέσμη ευρώ, επάνω στο τραπέζι, από αυτές που κέρδιζε ο Γουόλτερ στο BREAKING BAD με τα «κρύσταλλα» του. Γέμισε μια αποθήκη στοίβες δολάρια, δεν ήξεραν τι να τα κάνουν, πώς θα ξεπλυθεί τόσο χρήμα. Θα μάθουμε του χρόνου στο επόμενο season. Κοιτάω που λέτε τα μάγουλα τα αναψοκοκκινισμένα, να φλέγονται ακόμη περισσότερο και το μάτι να γυαλίζει. Με κοιτά ξεραμένο, το καημένο το γκαρσόνι. Στέκει αμίλητος, σαστισμένος απέναντι μου. Τον αγγίζω απαλά στο μέτωπο, ψήνεται ο φτωχός. Του ψιθυρίζω γλυκά, «Σήμερα είναι η μέρα σου. Έλα ντε πάρτα, απ’ το δέντρο της αυλής μου τα έκοψα, σήμερα το πρωί, φρέσκα-φρέσκα». Για φαντάσου εκεί που θα με πετούσε έξω με το άγριο, ξαφνικά να μα αγαπά, να με λατρεύει. Αυτή είναι δύναμη των ευρώ, αλλάζει τα δεδομένα ανά πάσα στιγμή. Είναι γλυκά τα άτιμα, δεν τα αρνιέμαι αλλά ξέρω καλά πως δεν είναι το παν, ευτυχώς το ξέρω πια. Πριν λίγους μήνες βρέθηκα ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους, να πλέουμε μαζί μέσα σε μια μικρή βαρκούλα. Την οδηγούσε ένας νεαρός φοιτητής με κατάξανθα μαλλιά, σαν χρυσάφι. Θα μας βόλταρε μέσα στα πανέμορφα κανάλια της Μπρούζ, περιγράφοντας μας λεπτομερώς τα όσα βλέπαμε. Δίπλα μου καθόταν ένα αλλόκοτο ζευγάρι. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω τους. Τους κοιτούσα επίμονα, χωρίς αυτό να τους ενοχλεί. Ήταν βυθισμένοι τόσο μες τη τύφλα του έρωτα, ούτε καν με πρόσεξαν. Εκείνη θα ήταν πάνω κάτω τριάντα χρονών, γεματούλα, αφράτη. Έκοβε όμως αρκετή μέση, τονίζοντας έτσι τις πληθωρικές της καμπύλες. Μιλούσε πολύ, ασταμάτητα και εκείνος την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του. Εκείνος ήταν κοντά στα εξήντα, με γκρίζα μαλλιά, μεγαλούτσικος της ήτανε, αλλά στο βλέμμα… έφηβος! Την κοιτούσε λαίμαργα, σχεδόν έτρεχαν τα σάλια του, λες και πεινούσε. Σκεφτόμουν πως λίγο ακόμα και δεν θα κρατιότανε, θα την ορμούσε μπροστά μας, θα της ξέσκιζε το φουστάνι και θα την δάγκωνε παντού. Ήταν πολύ αστείος, έτσι ερωτικός, λαίμαργος λύκος που φαινόταν. Κάθε τόσο έσμιγε τα χείλη του, τα γέμιζε με σάλιο και της έστελνε θορυβώδες φιλιά. Εκείνη… το χαβά της. Πάρλα κι άλλο τίποτα, δεν καταλάβαινα λέξη, μιλούσε Γαλλικά. Εγώ δεν μιλάω Γαλλικά, μου αρέσουν όμως πολύ! Το ζεύγος, ούτε που είδαν την ξενάγηση. Εκείνη μιλούσε ασταμάτητα και εκείνος σαλιάριζε σαν μαθητάκος στο πρώτο του ερωτικό ραντεβουδάκι. Θυμάμαι τα ραντεβού των δεκαπέντε μου χρόνων, στη Τζάκ Πίτσα κοντά στο Αριέλ. Λες και πήγαινα στον παράδεισο. Τότε ένιωθα μαγική, σαν νεράιδα αληθινή από παραμύθι βγαλμένη. Τώρα ξέρω πως τότε ήμουν απλά μια χαζή νόστιμη έφηβη, με πρησμένα μυαλά. Τόσο πρησμένα που πίστευα τα ψέματα μου. Ήταν όμως ωραία εποχή, γεμάτη ψευδαισθήσεις γλυκές που μου επέτρεπαν να ζω σε όποιο κόσμο ήθελα. Τώρα πια νιώθω πιο πολύ σαν την Khaleesi στην καταπληκτική σειρά, Game of Thrones! Είμαι η μητέρα των δράκων μου. Άμα δεις την σειρά θα καταλάβεις. Έχω οπλιστεί κατάλληλα μετά από τόσα χρόνια και κάνω κουμάντο και είναι ωραία. Κουμαντάρω τον εαυτό μου καλύτερα από ποτέ. Είναι θεϊκό το συναίσθημα να μην δίνεις δεκάρα για το τι θα πουν. Κάποτε με ένοιαζε, με ένοιαζε πολύ. Αυτό με κρατούσε αδύναμη, ευάλωτη, αλλά τότε δεν ήξερα. Τώρα που ξέρω, αισθάνομαι σαν πολεμίστρια, αρματωμένη. Δεν με νικάς εύκολα πια και είναι σχεδόν σίγουρο πως όλες τις μάχες μου τις κερδίζω. Μιλώ για τις μάχες των «θέλω» και των «δεν θέλω». Τις μάχες του «παρατάτε με» και του «αδιαφορώ», του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Τι ωραίες λέξεις, φτάνει να ξέρεις τι πραγματικά θέλεις και ζητάς. Και να καίγονται οι άλλοι, αυτοί που θέλουν τόσο επίμονα αυτό που εσύ τους αρνιέσαι. Επιμένουν για λίγο και μετά τα παρατάνε. Και εσύ κέρδισες για ακόμα μια φορά το «έδαφος» σου πίσω. Αισθάνεσαι πως καταχτάς την ζωή σου περισσότερο, την ορίζεις. Και είναι θεϊκό το συναίσθημα σου λέω. Είναι μερικοί άνθρωποι που σε έχουν ανάγκη περισσότερο από ότι τους έχεις εσύ. Δεν είναι κακό να το πεις, πάντα με ευγένεια, αλλά να το πεις, να ξέρουν που βαδίζουν. Είναι όμορφο να φέρεσαι έντιμα, σταράτα. Λένε πως η ζωή αρχίζει στα σαράντα. Αυτό το λένε επειδή βασικά βάζεις λίγο μυαλό, έτσι ώστε να ξέρεις τι σου γίνεται. Απ ‘ την άλλη, πότε δεν είναι γλυκιά η ζωή δηλαδή; Φτάνει να τα ‘χεις καλά με τον εαυτό σου και αυτό δεν έχει ηλικία παιδιά. Μου αρέσουν πολύ οι άνθρωποι που όταν γεράσουν πολύ, φέρονται σαν παιδιά ξανά. Κάνουν τρέλες, γιατί απλούστατα δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Κάποιοι άλλοι πάλι στα γεράματα θυμούνται τον Θεό. Από φόβο μάλλον και γίνονται σταθερά μέλη της εκκλησίας. Πιο σταθερά δεν γίνεται. Λες και θα λάβουν κάποιο μπόνους στην άλλη τη ζωή. Αν υπάρχει Θεός θα σκάει στα γέλια με δαύτους. Σκέφτεσαι το Θεό καθόλου; Πως είναι, που ζει, αν όντως υπάρχει! Αλήθεια ποιος ξέρει αν όντως υπάρχει Θεός; Έχω διαβάσει κάπου, πως τον Θεό τον έχουν επινοήσει οι άνθρωποι για να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου, να μπορούν να έχουν κάπου να στείλουν τις ευχές και τα παρακάλια τους. Δεν ξέρω γιατί αλλά νομίζω δεν υπάρχει Θεός, τουλάχιστον με τον τρόπο που οι άνθρωποι το εννοούν. Εγώ πάλι πιστεύω πως υπάρχει το δίκιο και τα άδικο. Και πως όλα γράφονται κάπου, δεν πάει τίποτα χαμένο. Τώρα, που γράφονται δεν ξέρω, ίσως στα αστέρια επάνω, ίσως το σύμπαν ολάκερο να κρατά λογαριασμό και με τέλεια σοφία και συγχρονισμό θα λειτουργήσει στη σωστή του ώρα, τον νόμο της δικαιοσύνης. Θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ίσως πάλι να υπάρχουν νεράιδες και ξωτικά σε κάποια παράλληλη διάσταση με εμάς και να φροντίζουν για πολλά απ’ τα ζητήματα μας. Ίσως οι ευχές που δεν πραγματοποιούνται να είναι για καλό μας. Απλά δεν θα το μάθουμε ποτέ, κυρίως απ’ την ξεροκεφαλιά μας. Από ανόητο πείσμα χάνουμε πολλά δώρα της ζωής. Τα φέρνει μπροστά μας η ζωή και εμείς τα σκουντάμε πέρα. Εντάξει όχι όλοι μας, αλλά αρκετοί δεν ξέρουν να διαλέγουν βρε παιδιά και επιλέγουν την δυστυχία τους. Εδώ και λίγους μήνες έχω πάψει να βλέπω τηλεόραση. Ντόπια κανάλια εννοώ. Βλέπω μόνο τις επιλεγμένες σειρές μου. Τώρα βλέπω το MAD MAN. Δεν έχω λόγια, μια μαγική παράνοια. Λες και στο κόσμο τους όλα επιτρέπονται, λες και είναι άφθαρτοι. Η αγάπη τους για την οικογένεια, παιδιά, σύζυγο, χωράει όλη την απάτη που μπορείς να φανταστείς. Υπάρχουν στοιχεία στους χαρακτήρες, που ίσως νιώσεις πως αντανακλούν και σε σένα. Πόσο άραγε μπορεί να απομακρυνθεί ο άνθρωπος από το αρχικό του στάδιο; Και πόσο άνετα μπορεί να αισθάνεται κανείς όταν ξεφεύγει λίγο ή πολύ. Μπορούν όλα να γίνουν συνήθεια τελικά; Ακόμη και τα τέρατα να κάνουμε, τα συνηθίζουμε κάποια στιγμή και δεν μας ενοχλούν πια; Αναρωτιέμαι. Κάπου εδώ θα σας αφήσω. Ήθελα να γράψω αστεία πράγματα σήμερα και πάλι κατέληξα να το φιλοσοφώ το πράγμα. Θα το παλέψω περισσότερο την επόμενη φορά. Μέχρι τότε, χαρείτε τη ζωή, είναι τόσο σύντομη τελικά.

Domenica~

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

8 Comments

  1. Souzana Psara says:

    Esygxistika llio me touto… Tsas 🙂

  2. Skevoua Christophidou says:

    teleioooo 🙂 xxxxxxx

  3. Τσαχπι Νιάρα says:

    Είσαι μέσα στο νου μου, τέλος.

  4. Kristiarod Rodosthenous says:

    very nice,very good

Leave a Reply

Your email address will not be published.