Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Oct 12

“Στην αγκαλιά του ένοιωθε δεκάχρονο αγόρι”

Εκείνα… τα παιδικά σου χρόνια, τα χρόνια των επτά, των εννέα, των δέκα χρόνων… η αγνή εποχή όπου στην αγκαλιά του πατέρα, μικρό αγόρι αισθανόσουν ασφαλής, προστατευμένος. Θα μπορούσε να ήταν το σπίτι σου για πάντα η αγκαλιά του, τότε που ήσουνα παιδί ήταν αρκετό. Θαρρώ πως η παιδική ηλικία συντροφεύει την ψυχή μας, ως το τέλος. Στην αγκαλιά του ένιωθες δεκάχρονο αγόρι, σε όποια ηλικία κι αν ήσουν… Ένιωθες παιδί ακόμα και μετά, που μεγάλωσες. Ήταν η τρυφερή σου ηλικία, η πιο ζεστή σου ανάμνηση… πώς να την εγκαταλείψεις! Την κρατούσες ζωντανή μέσα σου, δικό του φυλαχτό, δικό του κομμάτι, του πατέρα η αύρα. Έκανε τη ζωή γλυκιά, έδινε μόνο χαρά και καταργούσε το φόβο. Κρατούσε μακριά σου κάθε ανασφάλεια και όλα έμοιαζαν σίγουρα και ασφαλή με την παρουσία του και μόνο.

Χθες όταν οδηγούσα στο σπίτι μετά τη δουλειά, θυμήθηκα τις φορές που ανταμώναμε στο δρόμο, όταν εκείνος οδηγούσε στην αντίθετη πλευρά και μόλις με αναγνώριζε, άρχιζε να κορνάρει με ενθουσιασμό παιδιού. Έβγαζε το χέρι του έξω για χαιρετούρες. Έκανε τόσο σαματά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, λες και είχαμε καιρό να ιδωθούμε. Και εγώ γελούσα δυνατά και οδηγούσα με κλειστά τα μάτια, απ’ το γέλιο.

«Τι τρελό πατέρα που έχω!»

Έλεγα στον εαυτό μου περήφανα, γιατί αυτή η τρέλα του με συγκινούσε πάντα. Μου έδινε ζωή και θάρρος να συνεχίζω.

Θυμάσαι τα χέρια του, εκείνα τα μουντζουρωμένα χέρια απ΄τα σίδερα, τα λατρεμένα του χέρια. Το αγόρι μέσα σου, τα θαύμαζε τόσο πολύ! Με εκείνα τα χέρια σε μεγάλωσε. Και ύστερα… ύστερα με τα ίδια χέρια, σε ένωσε με την μουσική. Την μουσική που χαρίζεις τώρα πίσω σε εμάς, με τόση αγάπη, τόσο μεράκι. Και εγώ βλέπω τα χέρια του, στη μουσική σου. Τον βλέπω που καμαρώνει και μιλά με τον πρώτο τυχόντα άγνωστο που βρίσκεται δίπλα του.

«Είναι γιός μου! Ο Μπασίστας που παίζει τέλεια είναι γιός μου. Ξανάδες κάτι τέτοιο! Παίζω και εγώ, αλλά όχι έτσι!»

Και μετέδιδε τον θαυμασμό του σε όλους, δεν τους άφηνε ήσυχους. Θύμωνες κάποτε αγόρι θυμάσαι, θύμωνες γιατί ήσουν πάντα ταπεινός. Μα κατά βάθος πόσο τον αγαπούσες που σε παίνευε, που δεν έδινε δεκάρα για το τι θα πουν, τι θα σκεφτούν. Εκείνος έκανε πάντα του κεφιού του.

«Σε όποιον αρέσουμε, Χα!»

Έλεγε προκλητικά και αστεία. Λίγα πράγματα έπαιρνε στα σοβαρά και αυτά ήταν η γυναίκα του και τα παιδιά του.

Τα χέρια του, τα βλέπω που ανοίγουν σε αγκαλιές. Αγκαλιές που μιλάνε «Αν ήρθατε για καλό, τραπεζωθείτε, αλλιώς μεταβολή. Εδώ έχουμε γλέντι, γιορτάζουμε!» Αγαπούσε τόσο τον κόσμο, τις παρέες, τη καλή φασαρία. Ήταν η σπίθα στις ζωές μας, ο ήχος που μας καλούσε γλυκά σε σύναξη αγάπης!

Πάνε τρείς μήνες αγόρι, μα νιώθεις λες και λείπει χρόνια. Έτσι δεν είναι; Του φωνάζει η ψυχή σου μυστικά.

«…γιατί δεν έρχεσαι;… Χτίσε μια γέφυρα να πάω και να ‘ρθω. Μια γέφυρα που να ‘χει γυρισμό, που να μην γκρεμίζεται. Αφού δεν έρχεσαι, να έρθουμε εμείς στην αυλή σου, σε εκείνη την εποχή που ήμασταν παιδιά, τέσσερα άτομα επάνω σε μια παλιά μοτοσυκλέτα. Πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν, πόσο τρελοί και νέοι.»

Κι αν στα όνειρα έλειψε η χαρά, είναι που λυπάσαι. Δεν έρχεται άμα λυπάσαι, να το θυμάσαι αυτό. Τα τραγούδια το λένε, αγαπημένοι στίχοι, «…κλείσε τα μάτια μου και έλα να σε δω…». Και ήρθε ψες! Ήταν καλά, χαμογελούσε, ήρεμος! Έτρεξες και χώθηκες στην αγκαλιά του. Στην αγκαλιά εκείνη τη ζεστή που πάντα αισθάνεσαι δεκάχρονο αγόρι. Το έχεις ανάγκη εκείνο τα αγόρι να κουρνιάζει στου πατέρα την καρδιά. Η αγάπη είναι μαγική και ξεπερνά το θάνατο, θέλω κι αυτό να το θυμάσαι. Πριν ‘ρθει στο όνειρο σου, ήταν για λίγο στο δικό μου. Ναι, ψες! Μου χάρισε μια σκάλα σιδερένια και μου είπε…

«Θέλω να είσαι ασφαλής…»

Και εγώ τον κοίταξα έκπληκτη και χαρούμενη.

«Είσαι καλά; … δεν κουράστηκες να φτιάξεις μια τέτοια σκάλα… δεν κάνει, είσαι άρρωστος…»

«Δεν είμαι άρρωστος, μια χαρά είμαι, νιώθω δυνατός!»

Μου απάντησε με ένα ήρεμο βλέμμα και ένα γαλήνιο χαμόγελο. Μου παρέδωσε την σκάλα και έφυγε για το δικό σου όνειρο. Θα συναντούσε το αγόρι ψες. Τον είδα να φεύγει και μετά…. δεν θυμάμαι. Μας έχει όλους έγνοια, τριγυρνά τις νύχτες από όνειρο σ’ όνειρο και μας μιλά.

Είσαι καλά τώρα αγόρι, επιτέλους τον είδες να χαμογελά. Ξέρεις που ζει η αγάπη που δεν μπορεί να γυρίσει; Ανάμεσα στα δάκτυλα σου καθώς αγγίζεις τη μουσική, τις νότες. Κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια και στα όνειρα σου ξενυχτάς. Κυρίως όταν χαίρεσαι και γελάς δυνατά. Έτσι βρίσκει το δρόμο να γυρνά, τώρα που ανάμεσα μας δεν υπάρχει, όπως παλιά. Δεν είναι ανάγκη να μιλάς, ακούει τη ψυχή σου. Δίπλα σου είναι, μια ανάσα. Σε κοιτά με τα μάτια της ψυχής, εκείνης της ψυχής που σε λάτρεψε από τότε που ήσουνα παιδί. Η ψυχή δεν έφυγε, απλά απλώθηκε και είναι παντού γύρω μας. Νιώσε τον!!!

Αφιερωμένο στον μικρό μου Μμπασίστα!

Domenica~

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

One Comment

  1. Koula-Domenica Moraida on Facebook says:

    … «…γιατί δεν έρχεσαι;… Χτίσε μια γέφυρα να πάω και να ‘ρθω. Μια γέφυρα που να ‘χει γυρισμό, που να μην γκρεμίζεται… Τα τραγούδια το λένε, αγαπημένοι στίχοι, «…κλείσε τα μάτια μου και έλα να σε δω…»…

Leave a Reply

Your email address will not be published.