Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Nov 30

Αγάπη στο διαδίκτυο – ΜΕΡΟΣ IΙ

Επιτέλους, μετά από αρκετό καιρό της δόθηκε ξανά η ευκαιρία, να παρευρεθεί σε έκθεση ζωγραφικής, κάτι που αγαπούσε ιδιαίτερα. Είχε πολύ καιρό να κάνει κάτι τέτοιο, χρόνια ίσως. Δεν υπήρχαν ούτε τα κατάλληλα άτομα, αλλά ούτε και στο Σέργιο άρεσαν ιδιαίτερα τέτοιοι χώροι, έτσι ώστε να την συνοδεύει αραιά και που, στις καλλιτεχνικές αυτές εκδηλώσεις. Και ας γνώριζε πόσο πολύ η γυναίκα του αγαπούσε την ζωγραφική. Εκείνος έπληττε θανάσιμα σε τέτοιους χώρους και ούτε καν ήθελε να το προσπαθήσει έστω για το χατίρι της. Αυτό όμως η Ηλέκτρα, το είχε συνηθίσει και δεν έδινε πια μεγάλη σημασία. Και να που τώρα βρέθηκε μια φίλη να της προτείνει να πάνε μαζί. Ευτυχώς ο Σέργιος της παρείχε κάποια ελευθερία και έτσι τα πράγματα δεν ήταν εντελώς χάλια. Και ενώ παλαιότερα δεν την απασχολούσαν όλα αυτά, ξαφνικά τσάκωνε τον εαυτό της, να αναρωτιέται γιατί ανεχόταν το ένα και τα άλλο τόσα χρόνια. Γιατί κράτησε μια τέτοια παθητική στάση λες και δεν ήταν σύζυγος, μα υπηρέτρια. Γιατί συμφώνησε με τον εαυτό της να μην ζει ευτυχισμένη… Ήταν ένα καινούργιο συναίσθημα που την πλημύριζε αγωνία. Σαν κάτι να την προειδοποιούσε πως έπρεπε να βιαστεί, πως ήδη είχε χάσει πολύ χρόνο. Εκείνο που δεν μπορούσε να εντοπίσει, ήταν το γιατί της προκαλούσε τέτοια αγωνία. Πάλευε με τον εαυτό της, με τις σκέψεις της, τα θέλω της. Διψούσε για μια άλλη ζωή, τη ζωή που δεν έζησε.

Όταν μπήκε στην μεγάλη αίθουσα, περιτριγυρισμένη από μαγεμένους πίνακες, ξαφνικά ένιωσε πως της μιλούσαν. Πως ο κάθε ένας πίνακας ξεχωριστά της έστελνε και ένα μήνυμα. Λες και στήσανε μια κρυφή συνομωσία πίσω από τις πινελιές και φλέρταραν μαζί της, με το που τους έριχνε το βλέμμα της. Ξέχασε ακόμα και με ποιους είχε πάει εκεί. Αφέθηκε να κοιτά τους πίνακες με ένα γλυκό μούδιασμα στη καρδιά. Σαν να ήθελε με μια κίνηση να μπει μέσα τους και να βρεθεί απ’ την άλλη μεριά εκείνου του κόσμου. Αναρωτιόταν πόσες ώρες χρειάστηκαν για να τελειώσει όλο αυτό το έργο. Πόσα ξενύχτια, πόσα δάκρυα, πόσα χαμόγελα. Το έβλεπαν άραγε οι άλλοι γύρω της αυτό, ή απλά αναπηδούσαν το βλέμμα τους βιαστικά πάνω από τους αριθμούς που βρίσκονταν τοποθετημένοι στο κάτω μέρος του κάθε πίνακα. Εκεί όπου μπορούσες να δεις την αξία σε χρήμα. Σαν αθώες παρθένες προς πώληση, οι πίνακες κρεμόντουσαν στους τοίχους, περιμένοντας να αποχτήσουν αφεντικό.

Έφυγε από την έκθεση πλημυρισμένη με χιλιάδες αλλόκοτα συναισθήματα. Σκεφτόταν πως αν οι πίνακες αγοραστούν από τους λάθος ιδιοκτήτες, τότε τα έργα θα σπαταληθούν, θα χάσουν την πραγματική αξία τους. Μήπως αυτό έγινε και με την ίδια, αναρωτήθηκε μέσα στο μυαλό της τρομαγμένη. Μήπως για αυτό ακριβώς τον λόγο ο Σέργιος αδυνατούσε να την κάνει ευτυχισμένη. Μήπως θα έπρεπε να είχε πέσει σε ‘άλλα χέρια’. Αυτές οι σκέψεις έκαναν το στομάχι της κουρέλι. Λες και ήταν σε λήθαργο τόσα χρόνια και σιγά-σιγά ξυπνούσε. Και με το ξύπνημα αυτό, ζητούσε ο εσώτερος εαυτό της, απαιτητικά και λαίμαργα όλα αυτά που για χρόνια στερήθηκε. Ασταμάτητες οι σκέψεις, σαν σκλάβοι που σήκωσαν κεφάλι, διεκδικούσαν το μερίδιο τους στην ευτυχία.

Σαν μπήκε στο σπίτι αντιλήφτηκε ότι ο Σέργιος δεν είχε γυρίσει ακόμη. Έχει και αυτός τους δικούς του στόχους και που πάντα της τόνιζε πως αφορούσαν και την ίδια. Μα γιατί όμως εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Βαθιά μέσα της πίστευε πως αν κάποια μέρα χώριζαν με το Σέργιο, δεν θα της έδινε τίποτα απ’ τους κόπους του. Αντιθέτως τον είχε ικανό να την τιμωρήσει ανελέητα. Ήταν σκληρό να σκέφτεται έτσι, αλλά αυτή την αλήθεια γνώριζε μέσα της. Συχνά τσάκωνε τον εαυτό της, να αναρωτιέται αν τον αγαπά ακόμα ή μένει από συνήθεια, κυρίως για τα παιδιά, για τους άλλους. Δεν ένιωθε μέσα της πάθος, επιθυμία, λαχτάρα. Ήταν όλα λες και πάγωσαν, απουσίαζαν. Κατά βάθος όμως ήξερε πολύ καλά το γιατί. Η έλλειψη επικοινωνίας έφερε την παγωνιά και την σιωπή. Ο Σέργιος αδιαφορούσε να γνωρίσει τον κόσμο της και αυτό την πλήγωνε πολύ, την πείραζε. Όλα όμως στη ζωή έχουν συνέπειες και ερχόμαστε αντιμέτωποι σε αυτές, μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Δεν ήταν πια στο χέρι της το πώς και το γιατί αισθανόταν έτσι, ήταν πια συνέπεια που ήρθε να την συναντήσει. Κάποτε σκεφτόταν πως ο ίδιος ο άντρας της, σύντροφος και συνοδοιπόρος… κι όμως δεν ήξερε ποια πραγματικά ήταν η γυναίκα του. Ο Σέργιος ήξερε μια άλλη Ηλέκτρα, αυτή που τον βόλευε και την αληθινή απλά την αγνοούσε με την ελπίδα να την εξαφανίσει. Όσο το έκανε όμως αυτό, τόσο η αληθινή Ηλέκτρα ζωντάνευε.

Βυθισμένη στις σκέψεις της σαν καράβι που χάνεται στα ανοιχτά, πρόσεξε πως είχε περάσει άλλη μια ώρα και ο Σέργιος ακόμη να φανεί. Ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να πιεί ένα ποτήρι κρασί. Ήθελε να μουδιάσει, να αδιαφορήσει για όλα αυτά που το μυαλό της σκεφτόταν επίμονα τον τελευταίο καιρό. Ξάπλωσε στο καναπέ με το κρασάκι της και σκέφτηκε πως πολύ θα ήθελε να διατάξει το μυαλό της, λέγοντας του… «Μπορείς να σχολάσεις τώρα σε παρακαλώ? Με έχεις εξαντλήσει, φύγε…» Πέρασε άλλη μια ώρα, όταν ο Σέργιος επιτέλους γύρισε στο σπίτι. Έσκυψε και την φίλησε βιαστικά, χωρίς ψυχή. Άδειασε τις τσέπες του όπως έκανε συνήθως. Εκείνη τον κοιτούσε λες και τον έβλεπε για πρώτη φορά. Ένιωθε συχνά να της συμβαίνει αυτό και αναρωτιόταν, γιατί τώρα. Ξαφνικά ο Σέργιος ένιωσε το βλέμμα της και της χαμογέλασε με απορία.

«Τι κοιτάς κυρία Ηλέκτρα?»

«Τίποτα ….»

Του απάντησε και το εννοούσε, πως ναι δεν έβλεπε τίποτα πάνω του το γνώριμο πια. Θα ήθελε ωστόσο να του απαντούσε διαφορετικά.

«Ξέρεις σε κοιτάω και αναρωτιέμαι ποιος είσαι και τι ξέρεις εσύ για μένα. Τίποτα δεν ξέρεις για μένα. Τις αλήθειες μου, τα γλυκά μου βάσανα που με καίνε κάθε μέρα. Μας ενώνουν τα παιδιά, οι οικογένειες μας… μα κυρίως η συνήθεια. Ίσως και ο φόβος τι θα πουν οι άλλοι, πως θα αντιδράσουν, ποιον θα κατηγορήσουν. Η αλήθεια είναι πως δεν φταις, μάλλον δεν σου έμαθε κανένας ποτέ πώς να αγαπάς αληθινά. Πώς να φέρεσαι σε μια γυναίκα… Αλλά Σέργιε, ούτε νοιάστηκες να μάθεις, πως θα ήταν να με φρόντιζες σαν αληθινή σου αγάπη… Με έχεις εγκαταλείψει χρόνια τώρα…. Ψέματα λέω…»

Χαμογέλασε με πικρία στον εαυτό της. Πόσα πράγματα τελικά μένουν ανείπωτα από φόβο. Απ’ την άλλη όμως, μέσα της μια φωνή της έλεγε πως ίσως να έπρεπε να αρχίσει να μιλά και να διεκδικεί περισσότερα. Μα αυτό ήδη το είχε δοκιμάσει παλιά, με καμιά επιτυχία. Ο Σέργιος ήθελε απλά να κυλούν όλα ήσυχα στο σπίτι χωρίς προβλήματα, χωρίς συζητήσεις. Βασικά χωρίς επικοινωνία και ανταλλαγή σκέψεων. Αυτά τα θεωρούσε προβλήματα και όρεξη για καυγά. Λες και με το να γυρνά την πλάτη του, είχε την δύναμη να εξαφανίζει αυτά που υπήρχαν και που υπόβοσκαν καιρό τώρα ανάμεσα τους. Και καθώς εκείνη τον κοιτούσε και το μυαλό της χόρευε τρελό από τις σκέψεις, εκείνος εντελώς ανυποψίαστος της είπε.

«Βάλε μου κάτι να φάω, πεθαίνω στη πείνα …»

Να μπορούσε να του πει… «Βάλε μόνος σου, εγώ τώρα άραξα με το κρασάκι μου δεν βλέπεις; Άσε με επιτέλους ήσυχη. Ή μήπως νομίζεις πως είμαι η υπηρέτρια σου, ή μήπως η μητέρα σου και εσύ ένα παιδί που δεν μεγάλωσες ποτέ… Πόσο πολύ με κούρασες Σέργιε και η ζωή αναγκαστικά πρέπει να ζω μαζί σου.»

Της φαινόντουσαν τόσο αστείες όλες αυτές οι κρυφές συνομιλίες με τον εαυτό της. Σηκώθηκε πολύ αργά και έκανε αυτό που της είχε ζητήσει νιώθοντας ακριβώς όπως ένας υπηρέτης. Δεν ήταν και δα τόσος κόπος αυτό που της είχε ζητήσει και υπό άλλες συνθήκες ίσως να πηδούσε απ’ τη χαρά της, προκειμένου να περιποιηθεί τον άντρα της. Αν και εφόσον εκείνος ο άντρας την κάλυπτε και την έκανε να νιώθει ζωντανή, σημαντική, ποθητή. Χωρίς δώρα πώς να έχει χαρά η δικιά σου προσφορά. Χωρίς ούτε αναγνώριση, ούτε καν εκτίμηση. Όλα πλέον ήταν δεδομένα, οι υπηρεσίες της, οι φροντίδες της, όλα. Κι αυτό γερνούσε την ψυχή της.

Εκείνος τώρα έτρωγε χαζεύοντας την τηλεόραση. Αν μπορούσε θα ήθελε να τον ρωτήσει, μήπως του ήταν αόρατη… Και τότε ήταν που της ήρθε μια καταπληκτική ιδέα, στην αχαλίνωτη ανάγκη της να νιώσει ορατή.

«Σέργιε πλήττω πολύ τελευταία. Τι λες να κάναμε ένα μικρό ταξιδάκι οι δυο μας κάπου μακριά από όλους και όλα; Το έχω μεγάλη ανάγκη… Νομίζω θα μας κάνει καλό, τι λες;»

«Να πάμε …» της απάντησε στα γρήγορα χωρίς καμιά χαρά στο τόνο της φωνής του.

«Αλήθεια το λες… Να το κανονίσουμε τότε;… θα πάω αύριο για τις λεπτομέρειες, ναι;»

«Χμμ όχι ακόμα. Έχω να δω κάτι δουλειές, θα σου πω μέσα στη βδομάδα που μπαίνει»

Ένιωσε σαν παιδάκι που του δίνουν ψεύτικες υποσχέσεις. Το ήξερε μέσα της ότι μάλλον την παραμύθιαζε για να σωπάσει. Ήταν άλλωστε η τακτική του αυτή. Αφού η μεγαλύτερη χαρά του και ευχαρίστηση ήταν η καριέρα του, η επιχείρηση του και φυσικά το λατρεμένο του χόμπι το ποδόσφαιρο. Καλή και η δουλειά αλλά την είχε παραμελήσει αγρίως. Τα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν καταδικασμένα. Λες και την έσπρωχνε στο γκρεμό.

Συνεχίζεται….

Domenica~

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

Leave a Reply

Your email address will not be published.