Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Nov 28

Αγάπη στο διαδίκτυο – ΜΕΡΟΣ I

Ήταν ένα γλυκό πρωινό του Φλεβάρη. Ένα χειμωνιάτικο ηλιόλουστο πρωινό Σαββάτου. Οι Χειμώνες στο νησί ήταν πάντα γλυκοί και ιδιαίτερα αυτό το χρόνο, οι κάτοικοι δεν ένιωσαν κρύο σχεδόν καθόλου. Άνοιξε τα μάτια της, με τον ύπνο να την βαραίνει ακόμα γλυκά. Να μπορούσε να μείνει έτσι όλη μέρα στο κρεβάτι χωρίς έγνοιες… δεν γινόταν όμως. Είχε 3 μικρά παιδιά να φροντίσει, αν και τα λάτρευε, πάντα ένιωθε πως δεν ήταν έτοιμη για τόσες ευθύνες, τόσο νωρίς… και άλλες φορές ένιωθε ότι επέλεξε λάθος δρόμο. Της έλειπε η προηγούμενη της ζωή, όταν ήταν αυτή και ο εαυτός της παρέα με την ανεμελιά της τότε εποχής. Συχνά αναλογιζόταν πως θα ήταν τώρα η ζωή της, αν δεν παντρευόταν, τώρα που είχε την δύναμη να σκέφτεται διαφορετικά, με περισσότερη επίγνωση των πραγμάτων. Πολλές φορές άκουε τον εαυτό της να της ψιθυρίζει… «Χαραχτήρες σαν και σένα, δεν έπρεπε να παντρεύονται ποτέ. Έκανες εσύ για γάμο… για αυτό τώρα νιώθεις εγκλωβισμένη… » Και μετά, θυμόταν τα μικρά της και την έπιανε τρέλα που έκανε τέτοιες σκέψεις. Μα όσο ένοχα κι αν ένιωθε λόγω των παιδιών, ήταν η γλυκόπικρη αλήθεια της.

Γύρισε αργά και τον κοίταξε να κοιμάται δίπλα της, τόσο βαθιά βυθισμένος που δεν σάλευε. Θέλησε να τον αγγίξει απαλά νιώθοντας μέσα της πάλι εκείνη την ανάγκη να φουντώνει, αλλά τράβηξε το χέρι της απότομα την τελευταία στιγμή. Δεν ήθελε να τον ξυπνήσει, δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα αυτή τη φορά και αναπήδησε γρήγορα απ’ το κρεβάτι, λες και κάποιος την φώναξε. Τα πόδια της όμως τεμπέλιαζαν και βρέθηκε να αφήνεται βαριά, σε ένα σκαμπό χαζεύοντας το είδωλο της στο καθρέφτη. Ζάρωσε το βλέμμα της, καθώς κοιτούσε την μορφή της. Ένιωσε ξαφνικά πως κοιτούσε μια άγνωστη. Συνέχισε να κοιτά επίμονα στον καθρέφτη, λες και προσπαθούσε να αναγνωρίσει αυτή τη γυναίκα απέναντι. Να καταλάβει τι της συνέβαινε. Την τρόμαζε τελευταία αυτή η γυναίκα, έμοιαζε με αγριεμένη θάλασσα, φέρνοντας μαζί της κύματα που δεν ήξερε την δύναμη τους. Κύματα που έκαναν την καρδιά της να πάλλεται ζεστά, σε άτακτους ρυθμούς. Τόσο, που φοβόταν μήπως αυτό την οδηγήσει σε επικίνδυνα παιγνίδια, που ίσως προκαλούσαν πόνο, τόσο στην ίδια όσο και σε ανθρώπους γύρω της. Ναι, μια άλλη γυναίκα είχε ξυπνήσει μέσα της, διαφορετική και δεν ήξερε αν μπορούσε να την εμπιστευτεί, αν μπορούσε να συνυπάρχει μαζί της, μιας και ήταν τόσο διαφορετική, τόσο πιο τολμηρή. Αναρωτιόταν αν υπήρχε πάντοτε εκεί αυτή η άλλη της πλευρά και πως ίσως περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη ώρα να κάνει την εμφάνιση της. Θα ήθελε να την φυλακίσει για πάντα μέσα της, μα υπήρχαν και φορές που δεν την ένοιαζε, αντιθέτως κάτι την τραβούσε κοντά σε αυτή τη τρελή, παθιασμένη γυναίκα που κατοικούσε μέσα της. Της προκαλούσε μια πρωτόγνωρη χαρά, αλλά και τρομερή ταραχή, η συνειδητοποίηση πως κουβαλούσε ένα τέτοιο κομμάτι μέσα της. Και ταυτόχρονα, αυτή την ταραχή είναι που δεν άντεχε, κάθε φορά που κοιτούσε στον καθρέφτη. Αναρωτιόταν αν αυτό, γινόταν αντιληπτό από τους γύρω της. Για την ακρίβεια απορούσε πως και δεν το έβλεπε εκείνος, ο άντρας της. Της ερχόταν τρέλα στην ιδέα πως δεν την πρόσεχε όσο θα ’πρεπε. Πόσο κοντά σου μπορεί να βρίσκεται ένας άνθρωπος και την ίδια στιγμή τόσο μακριά. Να κοιτάς μα να μην βλέπεις, να ακουμπάς μα να μην νιώθεις. Έτσι γίνεται άμα μουδιάσει το μυαλό από συνήθεια. Έτσι γίνεται όμως κι όταν δεν υπάρχει αληθινή αγάπη, ξαφνικά ναι, γίνεσαι αόρατη. Αφού είναι η αγάπη που τα κάνει όλα ορατά.

Άρχισε να κτενίζεται γρήγορα σαν να ήθελε να εξαφανίσει εκείνη την όψη στο καθρέφτη που την απειλούσε γλυκά. Μακάρι να έφευγε και να μην γυρνούσε ξανά. Γλυκιά όψη, μα φρικτή συνάμα. Ένιωθε δυνατή ακόμα, αλλά για πόσο θα πάλευε την ορμή μέσα της. Αυτό το ερώτημα την βασάνιζε μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ. Αυτή όλη η ταραχή μέσα της, αυτή η άλλη της πλευρά έμοιαζε σαν απειλητικό κύμα, που όλο και ζύγωνε έτοιμο να τα ρημάξει όλα. Κι όμως απορούσε που μέσα σε αυτή την ένταση, κάτι της άρεσε, κάτι ανεξήγητα γλυκό. Ίσως να ήταν κάτι ξεχασμένο, όπως η νιότη που δεν χάρηκε.

Με γρήγορα βήματα άφησε το δωμάτιο σαν να ήθελε να αφήσει κι όλα όσα ένιωθε εκεί μέσα σε εκείνο τον καθρέφτη σφραγισμένα. Μα πάντα σε ακολουθούν αυτά που φοβάσαι να αγαπάς και για λίγο νομίζεις πως έφυγαν, μα όχι, απλά κοιμούνται για λίγο και μετά στο ξύπνημα τους τα κύματα σε κτυπούν με περισσότερη μανία. Πόση δύναμη πρέπει να έχει κανείς, να μπορεί να ισορροπεί, να ελέγχει τα λαίμαργα συναισθήματα και επιθυμίες. Μπήκε στη κουζίνα σαν κυνηγημένη και μηχανικά άρχισε να ετοιμάζει πρωινό για τα παιδιά. Στο τέλος έφτιαξε τον καφέ της, την επιβράβευση της για όλα όσα πρόσφερε καθημερινά. Φίλησε τα μικρά της και τα τακτοποίησε στο τραπέζι. Ησύχασαν τώρα και μπορούσε να γυρίσει πίσω στον κόσμο της, συνοδευόμενη από τον μυρωδάτο καφέ της. «Να υπήρχε και ένας γλυκός καφές για την ψυχή», σκέφτηκε. Κοίταξε έξω απ’ το τζάμι την βροχή που άρχισε να πέφτει απαλά. Αγαπούσε πολύ τον Χειμώνα και όταν έβρεχε και βροντούσε αυτό της προκαλούσε ένα αίσθημα ασφάλειας και ζεστασιάς. Ούτε η ίδια δεν ήξερε γιατί και πως αλλά της αρκούσε που ένιωθε τόσο όμορφα κάθε Χειμώνα.

Σκέφτηκε τις πόρτες που άνοιξαν μέσα της και ένιωσε εγκλωβισμένη μέσα στον ίδιο τον εαυτό της. Θα τις κλείσει, πρέπει να κλείσουν αυτές οι πόρτες και να την αφήσουν ήσυχη. Μόνο που σκεφτόταν τι υπήρχε πίσω από εκείνες τις πόρτες, γέμιζε με ενοχές. Κι όμως δεν έκανε τίποτα για να τις σταματήσει αφού κατέληγαν στην καρδιά της σαν γλυκό παλιό κρασί. «Σε τρελαίνουν αυτά τα πρωινά που πρέπει να φύγεις απ’ την ζεστασιά του κρεβατιού και να τρέξεις σε τόσα πράγματα, τόσες δουλειές που πρέπει να γίνουν» σκεφτόταν. Δεν ένιωθε ελεύθερη και αυτό ποτέ δεν το ξεπέρασε. Η ζωή της, πήρε μια πορεία, που δεν πρόλαβε να πάρει είδηση πως βρέθηκε παντρεμένη και με 3 μικρά παιδιά. Ήταν νέα, όμορφη και ελεύθερη και ξαφνικά μέσα σε 7 χρόνια όλα άλλαξαν. Ένιωθε κάποτε λες και ζούσε τη ζωή κάποιας άλλης. «Άραγε να συμβαίνει σε όλους αυτό? Παντρεύονται και μετά χωρίς ανάσα έρχονται τα παιδιά και όλα αλλάζουν λες και κάποιος πατά κουμπιά και η ζωή σου ολόκληρη παίρνει άλλη μορφή… όπως το σώμα μετά τις γέννες» σκεφτόταν.

Το βλέμμα της αναπήδησε σε κάτι πουλιά που αγνοώντας την βροχή πετούσαν ανέμελα στον ουρανό. Κάθε φορά που έβλεπε πουλιά, ένιωθε μέσα στη ψυχή της ένα αλλόκοτο φτερούγισμα. Συχνά έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν, πως πετούσε ψηλά στον ουρανό, με ιλιγγιώδη ταχύτητα και άλλοτε πως πετούσε πολύ κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας, νιώθοντας έτσι τις σταγόνες της αλμύρας της, να πετάγονται απαλά στο πρόσωπο της. Όταν δεν είχε μαζί της τα παιδιά, συχνά οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα και της έκανε εντύπωση που πατούσε τόσο πολύ το γκάζι, δεν ήταν στο χαραχτήρα της. Πάντα ήταν προσεχτική, ήθελε να είναι σωστή και δίκαια… και λογική. Μα τώρα τελευταία κάτι μέσα της επαναστατούσε ασυγκράτητα. Μέχρι και το οδήγημα της είχε αλλάξει. Έτρεχε σαν να δοκίμαζε κάτι νέο, τη χαρά του καινούργιου που φέρνει την ανανέωση. Ένιωθε ζωντανή όταν το έκανε αυτό και ο κίνδυνος της ανέβαζε την αδρεναλίνη, που για αρκετό καιρό τώρα την ένιωθε πεσμένη παρά το νεαρό της ηλικίας της. Ρωτούσε συχνά τον εαυτό της αν αυτό σήμαινε κάτι, αν η ταχύτητα με το αυτοκίνητο σήμαινε πως, από κάτι προσπαθούσε να φύγει μακριά, να ξεφύγει. Με αυτή τη σκέψη πάντα χαμογελούσε στον εαυτό της, επειδή ήξερε πολύ καλά πως αυτό ακριβώς συνέβαινε. Το πρόβλημα δεν ήταν να το παραδεχτεί στον εαυτό της, αλλά να το αντιμετωπίσει. Όμως πως αντιμετωπίζεται κάτι τέτοιο, μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα. Ένιωθε αλυσοδεμένη και χωρίς επιλογές, έτσι τουλάχιστον νόμιζε για την ώρα.

Εκείνο το πρωινό είχε περισσέψει λίγος ελεύθερος χρόνος. Αφού τέλειωσε με τις φροντίδες των παιδιών, του σπιτιού και του γραφείου, πέρασε από το βιβλιοπωλείο να πάρει μια γεύση από τον κόσμο της σιωπής. Της άρεσε πολύ να τρέχει πάνω από τους τίτλους των βιβλίων, στα ψηλά ράφια, διψώντας για ιστορίες που θα της θύμιζαν λίγο την δικιά της ζωή. Ήθελε να δει πως τέλειωναν αυτές οι παρόμοιες ιστορίες. Της φαινόταν τόσο ενδιαφέρον, αυτό που της συνέβαινε τελευταία… αυτή η τάση για φυγή. Λαχταρούσε να βρει απαντήσεις με κάθε τρόπο. Μέσα από τα βιβλία μπορεί κανείς να βρει πολλές απαντήσεις και η Ηλέκτρα αυτό έψαχνε. Της είχε τύχει παλιά να πετύχει ένα βιβλίο που ήταν λες και γράφτηκε για εκείνην. Το τρελό ήταν πως ο τίτλος του βιβλίου είχε ακόμα και το όνομα της, ‘ΗΛΕΚΤΡΑ’! Φυσικά το αγόρασε! Ήταν μοναδική εμπειρία το ταξίδι εκείνο.

Χαμένη στο κόσμο του βιβλίου και βυθισμένη στις διάφορες ιστορίες που διάβαζε στο πίσω μέρος των βιβλίων, αναπήδησε στην αντρική φωνή που διέκοψε την μελέτη της. Ήταν ένας φίλος που είχε πολύ καιρό να δει και αντικρίζοντας τον ένιωσε αμέσως την χαρά του, για την τυχαία αυτή συνάντηση. Την προσκάλεσε αμέσως για καφέ με χαρούμενη διάθεση, τόσο πολύ που δεν της έκανε καρδιά να του αρνηθεί. Και έπειτα δεν ήθελε να αρνηθεί. Της φάνηκε καταπληκτική ιδέα να καθίσει με ένα φίλο να τα πουν παρέα, πίνοντας ένα καφέ. Μολονότι είχε να γίνει κάτι τέτοιο, χρόνια τώρα. Απλά δεν έτυχε. Ήταν η πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια παντρεμένη. Άρχισαν να αναπολούν την παλιά εποχή, αλλά και όλα τα νέα πράγματα που ήρθαν στις ζωές τους τα τελευταία δέκα χρόνια. Για την ηλικία αυτή των τριάντα που και οι δύο βρισκόντουσαν και που έβρισκαν ιδιαίτερα συναρπαστική από πολλές απόψεις. Πέρασε μια ώρα γεμάτη κουβέντα και ενθουσιασμό. Να μπορούσε να μιλά έτσι και με εκείνον. Μα ο Σέργιος ποτέ δεν ενδιαφερόταν για κουβέντα, πέραν φυσικά από συζητήσεις γύρω απ’ το ποδόσφαιρο και τη δουλειά του. Για αυτά θα μπορούσε να μιλά με τις ώρες. Κατά την διάρκεια του γάμου τους αν μίλησαν κάποιες μεμονωμένες φορές, για κάτι που εκείνη αγαπούσε και ενδιαφερόταν. Είχε σταματήσει καιρό να ασχολείται με αυτό η Ηλέκτρα και να που το σκεφτόταν τώρα ξανά, μετά την αναπάντεχη συνάντηση της με τον παλιό της φίλο. Δεν έλεγε να την αφήσει να φύγει, μιλούσε ασταμάτητα. Η Ηλέκτρα όμως άρχισε να αισθάνεται μια αγωνία, όταν κοίταξε το ρολόι της. Αχ αυτός ο χρόνος που πακετάρει τους ανθρώπους. Πόσο στεγνό αλήθεια είναι να λες σε κάποιον, «Ξέρεις είναι πολύ ωραία αυτά που έχεις να μου πεις αλλά μου τέλειωσε ο χρόνος, λυπάμαι πρέπει να φύγω. Ο χρόνος τελειώνει εδώ, μπορείς αν θες να φυλάξεις αυτό που έχεις ανάγκη να μοιραστείς μαζί μου για κάποια άλλη φορά ίσως». Της άρεσε να ελευθερώνει έστω μυστικά και σιωπηλά μέσα στο μυαλό της, τρελές, αλλόκοτες σκέψεις. Σηκώθηκαν και οι δύο λες και κάποιος τους φώναξε, αποχαιρετίστηκαν βιαστικά και ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις. Οδηγούσε με τόση χαρά, σήμερα έκανε κάτι που δεν ξανάκανε χρόνια τώρα και της θύμισε πως είναι να αισθάνεσαι ελεύθερος. Ο Σέργιος σίγουρα θα σούφρωνε τα φρύδια του από απορία αλλά και καχυποψία, όταν θα του έλεγε για αυτή την τόσο αθώα συνάντηση. Θα ήθελε όμως να τον κάνει να καταλάβει, πως δεν είναι κακό να μιλάμε με φίλους, πίνοντας ένα καφέ και μάλιστα τυχαία. Ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη, να τον ενημερώσει πως κάτι πια άλλαζε μέσα της και πως άρχισε να έχει ανάγκη διαφορετικά πράγματα. Ο γάμος άρχισε να την βαραίνει κι ας μην ήθελε να το σκέφτεται αυτό πολύ. Άρχισε να αισθάνεται πως της έλειψε πολύ η άνεση που είχε παλιά, όταν ήταν μόνη της. Τα δικαιώματα και η ελευθερία που είχε τότε πριν χρόνια. Τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά της και περνούσαν πολύ όμορφα μαζί, αλλά δεν μπορούσε άλλο να αγνοήσει τις δικές της προσωπικές ανάγκες που δεν καλύπτονταν όσο εκείνη χρειαζόταν. Ο Σέργιος ήταν ένας καλός άνθρωπος, καλός πατέρας, μα μέτριος σύζυγος. Δεν είχε την έννοια της και αυτό συχνά την έκανε να νιώθει αόρατη και δεδομένη. «Κι αν είναι έτσι, αν όντως με θεωρεί πια δεδομένη;» σκεφτόταν συχνά. Όχι αυτό θα την σκότωνε, δεν ήταν διατεθειμένη να δεχτεί εύκολα κάτι τέτοιο. Η ζωή της έπρεπε με κάποιο τρόπο να αλλάξει, απλά δεν ήξερε πως. Κάποτε πίστευε ότι το μέλλον είναι εκεί και περιμένει την σωστή ώρα για να συμβεί. Ανυπομονούσε να έρθει αυτή η ώρα, να ζήσει στο μέλλον και να γνωρίσει τα νέα της επεισόδια, αδημονούσε για τις εξελίξεις. Τώρα όμως άρχισε να καταλαβαίνει πως το μέλλον πολλές φορές, δημιουργείται από εμάς του ίδιους, από τις αποφάσεις που παίρνουμε, από τις επιλογές μας. Και αυτή η συνειδητοποίηση, την έκανε να αισθάνεται υπεύθυνη για την προσωπική της ευτυχία.

Ο Σέργιος συχνά της φερόταν σαν να ήταν ένα χαζό παιδί, που δεν καταλάβαινε τι του λέγανε. Ή μήπως την θεωρούσε όντως χαζή; Απ’ την άλλη όμως, της περνούσε απ’ το μυαλό, ότι ίσως αυτό να ήταν μια δικιά του ανασφάλεια και χρησιμοποιούσε την μέθοδο αυτή, για να νιώσει μέσα του δυνατός, ισχυρός. Παλιά θύμωνε και αντιδρούσε έντονα η Ηλέκτρα, μέχρι που σπάζανε πράγματα κάποιες φορές. Στην πορεία όμως και μετά τον ερχομό του πρώτου παιδιού, η μητρότητα νίκησε την ένταση, επιλέγοντας να ρίξει τους τόνους, να υποχωρεί έστω κι αν τις περισσότερες φορές αισθανόταν ότι είχε δίκιο εκείνη. Υποχώρησε και σώπασε για χάρη των παιδιών, αλλά παράλληλα επέλεξε μια άλλη τακτική μέσα στο μυαλό της. Να τον λυπάται, κάθε φορά που εκείνος φαινόταν να απολαμβάνει τον θρίαμβο της νίκης του, εις βάρος της. Ναι τον λυπόταν και του το έδειχνε, πράγμα που έκανε τον Σέργιο έξαλλο τις περισσότερες φορές, αλλά και ανήσυχο. Παρόλο που θεωρούσε τον εαυτό του νικητή σε όλες τις διαμάχες τους, αρκεί να έβλεπε εκείνο το βλέμμα της Ηλέκτρας το γεμάτο περιφρόνηση και τότε έχανε εύκολα την αυτοπεποίθηση του. Έτσι κατέληγε πολλές φορές, να απολογείται από φόβο, μπας και η Ηλέκτρα σηκώσει μύτη και την χάσει. Αν και δεν την είχε ικανή για κάτι τέτοιο. Ήταν γλυκός εκείνες τις στιγμές που έδειχνε να ανησυχεί και να νοιάζεται, αν και διαρκούσε τόσο λίγο. Ίσως ο Σέργιος να διαισθανόταν υποσυνείδητα την αλλαγή της τον τελευταίο καιρό και να τον τρόμαζε λιγάκι αυτό.

Εκείνο το βράδυ όταν συναντήθηκαν στο σπίτι, ο Σέργιος μετά που ενημερώθηκε για τον καφέ της με ένα παλιό φίλο, άρχισε να συμπεριφέρεται αλλιώτικα από ότι συνήθως. Προσπαθούσε να την ευχαριστήσει με τον καλύτερο τρόπο, αφήνοντας άθελα του να φανεί η αδυναμία που ένιωσε. Αν και αυτό ήταν που είχε τόσο ανάγκη εκείνη, για ένα περίεργο λόγο, αισθάνθηκε την ανάγκη να τον σπρώξει μακριά της. Δεν την συγκινούσε πια ο τρόπος που την άγγιζε. Αν και λυπόταν γι αυτό, δεν μπορούσε να επιβληθεί στα συναισθήματα της. Τον αγαπούσε ακόμα, αλλά δεν ένιωθε ερωτευμένη, ούτε μαγεμένη. Αισθανόταν πως η αγάπη που ένιωθε για τον Σέργιο, πήγαζε πιο πολύ από το γεγονός ότι ήταν ο πατέρας των παιδιών της. Η αλήθεια όμως ήταν πως δεν την έκανε να νιώθει γυναίκα και ήταν ακόμα τόσο νέα και τόσο όμορφη. Ένιωθε τόση απογοήτευση στο τέλος κάθε φοράς… όταν πια δεν υπήρχε καμιά ευχαρίστηση και χαρά σε αυτό που έκαναν μαζί, σε προσωπικές στιγμές. Ο Σέργιος ήταν άτσαλος, βιαστικός, πράγμα που την έκανε να νιώθει άψυχη. Σαν ένα άδειο δωμάτιο που το χρησιμοποιούν για λίγες ώρες και μετά φεύγουν βιαστικά κλείνοντας την πόρτα. Εκείνο το βράδυ όμως την ξάφνιασε με τις ερωτήσεις του.

«Είσαι καλά; Συμβαίνει κάτι… έχεις κάτι να μου πεις;»

Ξαφνικά τον λυπόταν και πάλι, όμως δεν μπορούσε να υποκρίνεται. Του είπε απλά πως μερικά πράγματα δεν μπορεί να τα βγάλει απ’ το μυαλό της και πως την είχε πικράνει πολύ στο παρελθόν. Σχεδόν πανικοβλημένος ο Σέργιος άρχισε να απολογείται και να της ζητά να τον καταλάβει περισσότερο. Η Ηλέκτρα κοίταξε στο κενό, πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι με την πρόφαση ότι διψούσε. Όταν γύρισε πίσω ο Σέργιος είχε ήδη αποκοιμηθεί. Το ξαφνικό ενδιαφέρον του δεν κράτησε ούτε πέντε λεπτά. «Πως μπορεί να κοιμάται τόσο εύκολα ενώ λέει πως ανησυχεί. Δεν πειράζει, καλύτερα έτσι.» σκέφτηκε. Δεν φταίει αυτός που δεν μπορεί να την καταλάβει. Αυτό ήταν το κομμάτι που έπρεπε να δεχτεί μέσα της η ίδια. Πως κάποια πράγματα δεν αλλάζουν και πως όλοι ζούμε με τις επιλογές μας. Ίσως θα έπρεπε να είναι πιο δίκια μαζί του. Το λάθος ήταν που τον επέλεξε για σύντροφο της και μετά από 3 παιδιά, είναι κάπως αργά, δεν είναι;

Περίμενε τώρα την ώρα να περάσει για να τρέξει εκεί που ήξερε πως έβρισκε την ευτυχία που τόσο είχε ανάγκη. Αφού ο Σέργιος κοιμόταν τον περισσότερο χρόνο που βρισκόταν στο σπίτι, δεν της άφησε άλλη επιλογή από το να αναζητά μια φιλική παρέα έστω και με αυτό τον τρόπο, στο διαδίκτυο. Κάθε φορά που μιλούσε μαζί με τον Γουίλιαμ, ένιωθε τόση χαρά και ζωντάνια. Πρώτη φορά στη ζωή της γνώριζε ένα τόσο ενδιαφέρον άτομο και το σπουδαιότερο μιλούσαν αδιάκοπα για χίλια δυό πράγματα. Περισσότερο μιλούσαν για φιλοσοφικά θέματα και για τις προσωπικές τους αναζητήσεις. Μιλούσαν όμως και για μουσική και για ότι άλλο αγαπούσαν. Τον θαύμαζε πολύ η Ηλέκτρα και ένιωθε τυχερή που είχε αποχτήσει ένα τέτοιο εξαιρετικό φίλο. Και εκείνος όμως την θαύμαζε για την ειλικρίνεια της, που με εντιμότητα του είχε πει από την πρώτη στιγμή πως ήταν παντρεμένη και μητέρα τριών παιδιών. Πως στόχος και ανάγκη της στο διαδίχτυο, ήταν μόνο η φιλία και ανταλλαγή σκέψεων. Έπρεπε όμως να το κρατά κρυφό, γιατί κανείς δεν θα πίστευε στην ομορφιά αυτής της φιλίας. Ήταν όμως και αυτά τα συναισθήματα της που την μπέρδευαν τόσο πολύ. Αυτή η ανείπωτη χαρά που φώλιαζε μες την καρδιά της κάθε φορά που μιλούσαν, την έβαζε σε σκέψεις. Κάποτε τολμούσε να σκέφτεται πως θα ήταν άραγε αν τον γνώριζε πριν μερικά χρόνια. Όμως γιατί το σκεφτόταν αυτό, τι πραγματικά ζητούσε από αυτό τον άνθρωπο; Αυτή η σκέψη την μπέρδευε και την τρόμαζε συνάμα. Έπρεπε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να αντιστέκεται στις τόσο γλυκές φαντασιώσεις της και να επιστρέφει πίσω στην πραγματικότητα όσο άχρωμη κι αν ήταν αυτή. «Τελικά το καλύτερο είναι να δέχεσαι τα πράγματα όπως είναι, γιατί αν προσπαθήσεις να τα αλλάξεις, στο τέλος θα βρεθείς διχασμένος. Ανάμεσα στον εαυτό σου και στην σκληρή πραγματικότητα.» σκεφτόταν συχνά. Ήθελε τόσο πολύ να ζήσει διαφορετικές εμπειρίες, όπως το να ταξιδέψει μόνη της. Ναι, ένα ταξίδι εντελώς μόνη της προς το άγνωστο. Η άποψη του Σέργιου για τις γυναίκες που εκφράζουν τέτοιου είδους επιθυμίες, ήταν πως αυτές οι γυναίκες ‘γυρεύονται’, πως μάλλον σεξουαλικές είναι οι αναζητήσεις τους. Εκείνη δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της όταν άκουγε τέτοιου είδους δηλώσεις και προτιμούσε να τελειώνει την συζήτηση εκεί. Ήταν χαμένος κόπος να προσπαθεί να τον πείσει για το αντίθετο. Το δικό του μυαλό έτσι σκεφτόταν. Δεν μπορείς να αλλάξεις κανέναν, τον μόνο που μπορείς να αλλάξεις αν το θες, είναι τον εαυτό σου.

Θα το έλεγε όμως σε εκείνον, τον καλό της φίλο. Ένα φίλο που είχε δημιουργήσει στη φαντασία της, χρόνια πριν γνωρίσει τον Γουίλιαμ στο διαδίχτυο. Μια αλλιώτικη επαφή, μια προστατευμένη επαφή, αφού όλα ήταν ασφαλισμένα πίσω από στρατιές δακτυλογραφημένων λέξεων, πίσω από μια μαύρη οθόνη που χρωμάτιζε παράξενα την ψυχή της. Γράφανε… γράφανε με τις ώρες και μιλούσε η ψυχή και ξεδιψούσε το μυαλό. Όμως τίποτα δεν ήθελε πιο πολύ, από το να τον συναντήσει μια μέρα, να δει με τα μάτια της πως ήταν αληθινός πια και όχι δημιούργημα της φαντασίας της. Αυτή όμως η επιθυμία της, φάνταζε σαν απαγορευμένος καρπός. Δεν μπορούσε καν να διανοηθεί κάτι τέτοιο, από φόβο μιας τεράστιας πιθανής ανατροπής, που θα προκαλούσε ίσως το χάος στη ζωή της.
Συναισθήματα απότομης θλίψης την κυριαρχούσαν τελευταίως. Αισθανόταν βαθιά θλίψη και ένα κενό. Άλλες φορές έπληττε αφόρητα, αφού δεν έβρισκε ανταπόκριση σε αυτά που τόσο είχε ανάγκη. Ταξίδευε κάποιες φορές μέσω της μουσικής, σε κόσμους που έπλαθε με την φαντασία της και την τύλιγε γλυκά, βασανιστική μελαγχολία. Την έπνιγαν αυτά τα συναισθήματα τόσο πολύ. Όσο κι αν τα πολεμούσε, αυτά πάντα επέστρεφαν δριμύτερα. Ξαφνικά της φαινόταν τόσο αβάσταχτος αυτός ο ψυχικός πόνος, που σκεφτόταν διάφορες πιθανές λύσεις. Όμως ο Γουίλιαμ στην προσπάθεια του να την συγκρατήσει, της έλεγε συχνά πως το μόνο που θα μπορούσε πραγματικά να την βοηθήσει, είναι να προσπαθεί να έχει καθαρό μυαλό και να μην αφήνει τα συναισθήματα της να την παρασέρνουν. Μα εκείνος δεν ήταν γυναίκα και ούτε είχε ζήσει σε ένα γάμο επτά χρόνια, με τρία μικρά παιδιά, με ένα ξένο πολλές φορές, για σύζυγο. Ο Σέργιος ήταν ένας «καλός» σύζυγος, τίποτα παραπάνω. Όπως λέμε, «Αυτός είναι ένας καλός άνθρωπος» και αυτό που εννοούμε είναι πως δεν σκότωσε, δεν βίασε, δεν έκλεψε, δεν… δεν… δεν… Και αφού δεν… πάει να πει πως είναι ένας «καλός» άνθρωπος. Δεν την αρκούσε όμως απλά το «καλός» αφού αυτό συνοδευόταν με το αδιάφορος, άκαρδος πολλές φορές. Η επανάσταση είχε ήδη αρχίσει να δρα μέσα της και το ήξερε πως ήταν ζήτημα χρόνου να έρθουν τα πάνω κάτω. Ποιος μπορεί να είναι νέος, όμορφος και να προσπερνά την αγάπη…

Συνεχίζεται….

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

Leave a Reply

Your email address will not be published.