Coffee-Talks.com

My little corner on the internet

   Dec 04

Αγάπη στο διαδίκτυο – ΜΕΡΟΣ IΙΙ

Η Ηλέκτρα ανακάτευε το ημερολόγιο της, για τυχόν κανονισμένα ραντεβού της ημέρας. Ναι, είχε να πάει τα παιδιά σε πάρτι γενεθλίων, κάπου κοντά στη θάλασσα. Αν δεν έγραφε κάτω τι είχε να κάνει, πάντα τα ξεχνούσε, έτσι συμβαίνει άμα έχεις παιδιά, χάνεις το μυαλό σου. Προσπάθησε να ειδοποιήσει τον Σέργιο για να μην κανονίσει τίποτα εκείνο το απόγευμα, μιας και οι φίλοι τους συνήθιζαν να πηγαίνουν στα παιδικά πάρτι οικογενειακώς. Της είπε ότι το πιο πιθανών να βρεθούν εκεί αργότερα αφού είχε δουλειές. Η Ηλέκτρα έκλεισε το τηλέφωνο και κοντοστάθηκε λιγάκι. Σκεφτόταν πως ο Σέργιος τελευταίως είχε πάντα δουλειές και πως θα ήταν πραγματικά μεγάλη έκπληξη αν θα τα κατάφερνε να τον δει εκεί.

«Δεν βαριέσαι …» ψιθύρισε στον εαυτή της με παράπονο, και αγανάχτηση μαζί… μια αγανάχτηση, που σιγόβραζε καιρό τώρα.

Αργότερα την ίδια μέρα αφού ετοίμασε τα παιδιά, ξεκίνησε για το πάρτι. Καθώς οδηγούσε ξαφνικά ένιωσε ότι αυτό που πραγματικά ήθελε, ήταν να κάνει στροφή και να πάει κάπου αλλού. Δεν ήθελε να πάει σε εκείνο το παιδικό πάρτι γενεθλίων, όπου αρκετά παιδιά θα κάνανε τον τόπο ανάστατο. Δεν ήθελε να δει τα πρόσωπα των γονιών τους, τα ίδια πάντα πρόσωπα σε διαφορετικά πάρτι. Για χάρη των παιδιών, παραμέριζε πολύ συχνά τον εαυτό της, αλλά δεν θα ήταν όλα τόσο δύσκολα αν ο Σέργιος λάμβανε μέρος στη ζωή της. Αν μοιραζόταν μαζί της, την ζωή των παιδιών τους. Δυστυχώς ήταν απών τις πιο πολλές φορές και αυτό της προκαλούσε στεναχώρια και κούραση.

Μόλις αντίκρισε τους καλεσμένους στο πάρτι, της ήρθε ελαφριά αναγούλα, εντελώς άθελα της. Άρχισαν ένας-ένας να την χαιρετούν, αναγκάζοντας την να φορέσει και πάλι μια μάσκα. Άρχισε να χαμογελά, να μιλά τυπικά, να απαντά τυπικά, λες και ήταν έξω απ’ το σώμα της και παρακολουθούσε τον εαυτό της. Τα παιδιά είχαν γίνει κιόλας άνεμος, έτρεχαν με τα άλλα παιδιά πάνω-κάτω τρελά από χαρά. Ήταν το μόνο κομμάτι που της έδινε ανακούφιση, να βλέπει τα παιδιά της τόσο χαρούμενα.

«Μα που είναι ο Σέργιος; Πάλι δεν θα ‘ρθει;»

Άρχισαν οι καθιερωμένες ερωτήσεις με έντονη δόση ειρωνείας, παρά ενδιαφέρον. Όπου πήγαινε τον τελευταίο καιρό, τις πλύστες φορές ο Σέργιος δεν ήταν μαζί της ή ερχόταν προς το τέλος του πάρτι, περίπου μισή ώρα πριν να φύγουν όλοι. Της είχε γίνει συνήθεια να τον δικαιολογεί, να λέει πόσο κουράζεται στη δουλειά, αλλά τελευταίως όταν τον δικαιολογούσε, αισθανόταν γελοία. Μα τι σόι ζωή ζούσε και γιατί τα ανεχόταν όλα αυτά. Πάντα μόνη της, μόνη στο σπίτι, μόνη με τα παιδιά στα παιδικά πάρτι, στο λούνα-παρκ, μόνη στο κόσμο της γενικά. Κουράστηκε, ω ναι κουράστηκε πολύ και κάπου μέσα της ηχούσε κάτι δυνατό σαν καμπάνα την τρέλαινε, πως έπρεπε κάτι να γίνει, κάτι να κάνει για όλα αυτά. Μα πως μπορεί να γίνει κάτι όταν σε ένα γάμο, σε μια σχέση απαιτείται πάντα η συμμετοχή και των δύο. Τη δικιά του συμμετοχή δεν την είχε και από μόνη της δεν έλυνε το πρόβλημα.

Καθώς οι γύρω της συνέχισαν να μιλούν περί ανέμων και υδάτων, η Ηλέκτρα αφέθηκε να χαζεύει την θάλασσα λες και άνοιξε ένα μικρό παραθυράκι να αναπνεύσει. Ξαφνικά ένιωσε μια ανακούφιση, που οι άλλοι την άφησαν ήσυχη και για λίγο ονειρεύτηκε πως ήταν αόρατη. Η ώρα περνούσε και σκοτείνιαζε γοργά. Το φεγγάρι έκανε την εμφάνιση του στον ουρανό. Ήταν ολόγιομο, μια τεράστια πανσέληνος και ήταν ακόμα χαμηλά. Το κοιτούσε σαν μαγνητισμένη. Πόσο όμορφο ήταν, πόσο λαμπερό, την αναστάτωνε. Και καθώς το κοιτούσε άρχισε να την τυλίγει πάλι εκείνη η μελαγχολία, εκείνη η θλίψη. Λες και της μιλούσε το φεγγάρι και της έλεγε πόσο όμορφη είναι η ζωή, γεμάτη περιπέτειες, γεμάτη εμπειρίες, γεμάτη ομορφιά και έρωτα. «Εσύ τι κάνεις, τα κοιτάς από απόσταση σαν γριά ξοφλημένη;» Όχι δεν της μιλούσε το φεγγάρι, ο εαυτός της, της μιλούσε. Πόσο έντονη ήταν η ανάγκη της να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε και όσο πιο μακριά γινότανε. Και μαζί με αυτές τις σκέψεις η καρδιά της κτυπούσε τώρα γοργά και αλαφιασμένα. Σαν κυνηγημένο ζώο που μάχεται για τη ζωή του. Ξαφνικά φάνηκε ο Σέργιος, παραξενεύτηκε, δεν τον περίμενε. Η εσωτερική ταραχή της έλαβε απότομα τέλος και φόρεσε και πάλι την καλοφορεμένη μάσκα. Τώρα θα άρχιζε μια πραγματική παράσταση με πολλές μάσκες και πρόσωπα. Το είχε μάθει καλά αυτό το παιγνίδι του Σέργιου. Ανάμεσα σε άλλους ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, με καλό χιούμορ και γεμάτος ενέργεια να μιλά ασταμάτητα. Μόνο όταν βρισκόταν μόνος μαζί της, ξαφνικά δεν είχε τίποτα να πει.

Εκείνο το βράδυ τα παιδιά κοιμήθηκαν με μιας, μετά την εξοντωτική μέρα και με τόσο παιγνίδι. Ο Σέργιος παρακολουθούσε το ματς με μεγάλη προσοχή, καταβροχθίζοντας μια τεράστια πίτσα που είχε μπροστά του. Έμεινε να τον κοιτά για λίγο και έπειτα ξάπλωσε στο καναπέ, δραπετεύοντας στις σκέψεις της. Εκείνος, ούτε καν αντιλήφθηκε την παρουσία της. Ήταν απασχολημένος με 11 παίχτες και μια μπάλα, κάτι τρομερά σοβαρό και ενδιαφέρον. Άρχισε να σκεύτεται αυτόν τον «φίλο» της που ήρθε στη ζωή της και έφερε τα χρώματα μέσα από λεπτά μαύρα καλώδια. Άρχισε να αφήνεται στις φαντασιώσεις της. Ονειρευόταν ότι του μιλούσε και εκείνος καθόταν κοντά της με στραμμένη όλη του την προσοχή σε αυτά που του έλεγε. Τον έβλεπε να της χαϊδεύει κάπου-κάπου τα μαλλιά με τρυφερότητα και ευγένεια. Μα και με συγκρατημένο πάθος αφού αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν να την αρπάξει και να την φιλήσει. Δεν τον άφηνε όμως η Ηλέκτρα, έπρεπε να μείνουν δύο καλοί φίλοι, όπως ξεκίνησαν. Ακόμη και μέσα στις φαντασιώσεις της ένιωθε παντρεμένη τόσο που δεν τολμούσε να του δώσει ένα φιλί. Πόσο αυστηρή ήταν με τον εαυτό της, θα ήθελε να το άλλαζε αυτό. Αλλά που θα την οδηγούσε κάτι τέτοιο; Θα γινόταν έρμαιο των πόθων της, ανεξέλικτη, αδύναμη και ένοχη. Κάθε φορά που τον έφερνε στη σκέψη της, ένιωθε να την κυριεύει μεγάλη λαχτάρα να του μιλήσει. Την καταλάβαινε τόσο πολύ, λες και μιλούσε στον εαυτό της. Την ήξερε καλά και ας μην συναντήθηκαν ποτέ. Αυτό την έκανε να νιώθει βαθιά ευγνωμοσύνη που τον συνάντησε στο δρόμο της. Ήταν για αυτή ένα γλυκό λιμανάκι, που άραζε τις σκέψεις τις μία-μία και μοιραζόταν μαζί του αυτή τη τόσο ωραία φιλία που γεννήθηκε ανάμεσα τους.

Μια μέρα την έπεισε να μιλήσουν για λίγο στο τηλέφωνο. Ήταν σχεδόν θεϊκό να ακούει την φωνή του με την υπόσχεση πως όντως υπήρχε αυτός ο άνθρωπος με σάρκα και οστά. Μετά από εκείνο το πρώτο τηλεφώνημα άρχισαν να μιλούν πιο συχνά και αυτό τους έφερε ακόμα πιο κοντά. Η Ηλέκτρα συχνά τον ρωτούσε.

«Σου αρέσει το όνομα μου;»

«Πολύ, το λατρεύω το όνομα σου όπως και τη φωνή σου. Έχεις μια τόσο απαλή φωνή Ηλέκτρα, φωνή αγγέλου.»

Και τότε αυτή πετούσε λίγο πάνω απ’ τη γη. Κανείς δεν της μίλησε έτσι ποτέ, δεν ήταν μόνο τα λόγια του όμως, ήταν και ο τρόπος που της μιλούσε, ήταν τόσο αληθινός. Ο Σέργιος δεν ήξερε να μιλά έτσι, ίσως όταν πρωτογνωριστήκαν να της είχε πει μερικά γλυκά λογάκια κι αυτά από ενθουσιασμό μέχρι να την ρίξει. Μετά, πολύ γρήγορα έγινε πεζός και μονόχνοτος. Την αγαπούσε έλεγε, αλλά την αγαπούσε από μακριά, σκέτα. Χωρίς εκπλήξεις, χωρίς συζητήσεις, χωρίς παιγνίδια, χωρίς πολλά-πολλά. Η αγάπη, η σχέση, ο γάμος είναι σαν ένας κήπος. Αν δεν τον φροντίζεις, όλα μαραίνονται. Θέλει καθημερινή φροντίδα και ενδιαφέρον. Ακόμα και στα λουλούδια λένε πως κάνει καλό να μιλάς, πόσο μάλλον σε μια γυναίκα. Στο κήπο της Ηλέκτρας ο κηπουρός ήταν άφαντος, και έτσι γέμισε παντού ψηλά χόρτα και τσουκνίδες, που έπνιγαν σιγά-σγιά τα λουλούδια της ψυχής της. Μαραίνεται η αγάπη σαν δεν ποτίζεται, έτσι ακριβώς όπως μαραίνονται και τα λουλούδια χωρίς νερό.

Ο Γουίλιαμ μπορούσε να της μιλά με τις ώρες, για ένα σωρό ενδιαφέρον πράγματα, για πράγματα που η Ηλέκτρα δεν είχε κανέναν άλλο να μιλήσει. Υπήρχαν και φορές που μάθαινε τόσα καινούργια πράγματα από εκείνον. Ένιωθε τυχερή που γνώρισε αυτό τον άνθρωπο. Της φαινόταν απίστευτα εκπληκτικό, μαγικό και τόσο όμορφο, μέσα στην άχαρη ζωή της. Το μικρό, γλυκό και άκακο μυστικό της. Συχνά σκεφτόταν πως όλα έχουν ένα τέλος, όμως δεν ήθελε να σκεφτεί πως αυτή η όμορφη φιλία θα τέλειωνε κάποια στιγμή. Δεν ήθελε ποτέ να τον χάσει, θα ήταν μεγάλη απώλεια για την ίδια. Της πήρε χρόνια να βρει αυτό το θησαυρό, ωστόσο αυτό που λαχταρούσε πραγματικά και είχε μεγάλη ανάγκη, ήταν να είχε αυτό το ρόλο ο Σέργιος στη ζωή της. Να μπορούσε να εισπράξει από τον άντρα της, όλα αυτά τα υπέροχα δώρα που της χάριζε ο Γουίλιαμ τόσο απλόχερα. Από τον πατέρα των παιδιών της.

Οι μέρες… οι βδομάδες… ο καιρός περνούσε άλλοτε ευχάριστα, άλλοτε μελαγχολικά και το ανεξήγητο κενό να μεγαλώνει στη καρδιά της. Ο Σέργιος θα έπρεπε να γέμιζε αυτό το κενό, αυτός θα έπρεπε να ήταν ο ρόλος του άντρα της ζωής της, αλλά δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο και συχνά ένιωθε αβοήθητη μην ξέροντας τι να κάνει, πώς να προχωρήσει στη ζωή. Προσπαθώντας να βρει δύναμη να συνεχίσει, κατηγορούσε συχνά τον εαυτό της πως αυτή τον διάλεξε. Δική της επιλογή ήταν, άρα ο Σέργιος δεν έφταιγε σε τίποτα, απλά έτσι ήταν καμωμένος. Συχνά αναρωτιόταν αν οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν, αν ο Σέργιος μπορούσε να γίνει λίγο πιο ρομαντικός, πιο ευγενής, πιο ερωτικός. Και βέβαια θα μπορούσε να αλλάξει, όλα στη ζωή αλλάζουν. Φτάνει μόνο να το ήθελε… το ήθελε όμως; Ξαφνικά ένιωσε ότι ήταν άδικη μαζί του και πως θα έπρεπε να του δώσει άλλη μια στις τόσες άπειρες ευκαιρίες που του έδινε η καρδιά της καιρό τώρα. Ήταν μεγαλωμένη, εκπαιδευμένη να είναι αφοσιωμένη σύζυγος ακόμη κι αν έπρεπε να αραδιάζει ένα σωρό ψέματα στον εαυτό της κάθε μέρα. Βλέπεις οι άνθρωποι δεν είναι οι ίδιοι και ενώ μοιάζουν, άλλο τόσο διαφέρουν. Ποτέ δεν ξέρεις πως θα αντιδράσει κάποιος άνθρωπος που έχει ανήσυχη καρδιά, όσο καλά εκπαιδευμένος κι αν είναι, όπως ήταν η Ηλέκτρα. «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ!» Ήχησε δυνατά μια φωνή μέσα της, η φωνή της μητρότητας. Σε αυτή τη σκέψη ένιωσε να την διαπερνά ένα παγωμένο συναίσθημα που δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει. Ήταν ο ίδιος ο φόβος που μας παγώνει ολόκληρους, στην εμφάνιση μόνο μιας σκέψης. Μια σκέψη που να μπορεί να αγγίξει το αδύναμο σημείο που υπάρχει στον καθένα μέσα μας. Και αυτής το αδύνατο σημείο της, ήταν τα παιδιά. Τα μικρά της αγγελούδια που δεν μπορούσε να διανοηθεί να τα πληγώσει με ένα χωρισμό. «ΧΩΡΙΣΜΟ;» σκέφτηκε σοκαρισμένη. Μα γιατί σκεφτόταν τον χωρισμό; Τι της συνέβαινε …τι μεσολάβησε και το μυαλό της άλλαζε κάνοντας ανήσυχη τη καρδιά της; «Ο ΓΟΥΙΛΙΑΜ!» αντήχησε σαν βροντή μέσα της το όνομα του. Παραξενεύτηκε που μόλις τον σκέφτηκε ο φόβος έγινε καπνός και ένα γλυκό συναίσθημα τύλιξε τώρα την καρδιά της. Τι ήταν αυτό το τόσο απίστευτα γλυκό; «ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ;» Ξανά η φωνή μέσα της ηχούσε, σαν μια νεράιδα να της μιλούσε. Μια ζάλη την έριξε στο κάθισμα λες και κάποιος την έσπρωξε απότομα.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Σέργιος. Φαινότανε χαρούμενος, ικανοποιημένος, μάλλον θα πήγε καλά η μέρα του στη δουλειά.

«Γεια σου γλύκα!» της είπε χαρούμενα και έσκυψε να την φιλήσει.

«Καλός τόνε, τα κέφια σου έχεις σήμερα…»

«Ναι πήγε καλά η μέρα. Χωρίς αναποδιές και αναπάντεχα προβλήματα ως συνήθως και νιώθω ξεκούραστος. Εσύ πως είσαι;»

«Καλά είμαι, τεμπελιάζω και ταξιδεύω απόψε…»

Tου απάντησε η Ηλέκτρα λίγο παιδιάστικα λες και προσπαθούσε να κρύψει τις προηγούμενες σκέψεις της.

«Α ναι; Και που ταξιδεύει το μυαλουδάκι σου απόψε;»

Ένιωσε αυτόματα όλο της το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι. Οι ενοχές που την τύλιξαν ήταν αδικαιολόγητες, δεν είναι κακό να σκέφτεται κανείς. Τι κι αν σκεφτόταν, δεν θα έκανε ποτέ κάτι κακό.

«Λοιπόν θα μου πεις;» συνέχισε να την ρωτά ο Σέργιος ανυποψίαστος.

Και τότε σαν βόμβα της ξέφυγαν τα λόγια, λες και κάποιος άλλος την όριζε.
«Θυμάσαι που επέμενες να μάθω να μιλώ στο διαδίχτυο και μου έφερες τον υπολογιστή εδώ στο σπίτι και μου έμαθες πώς να το χειρίζομαι;»

«Και βέβαια θυμάμαι. Αφού απουσιάζω τόσες ώρες απ’ το σπίτι, δεν ήθελα να βαριέσαι. Και λοιπόν τι έγινε; Έκανες καλές γνωριμίες;»

«Ναι έκανα μερικές καλές γνωριμίες αλλά έχω ….έχω αναπτύξει μια πολύ ωραία φιλία με ένα νεαρό από τον Καναδά και ….και θέλει να έρθει να μας γνωρίσει από κοντά με την κοπέλα του. Τι λες;»

«Γιατί όχι; Κοίτα να δεις που θα κάνουμε και φίλους μέσα απ’ το διαδίχτυο χε χε χε ….πάω τώρα να κάνω γρήγορα ένα μπάνιο γιατί έχω να βγω με κάτι πελάτες.»

«Πάλι;»

«Ναι πάλι, δεν θα το συζητάμε κάθε φορά. Έχεις τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τώρα, δεν βαριέσαι όποτε μην παραπονιέσαι.»

«Μα εγώ Σέργιε ….εγώ θέλω αληθινή ζωή, δεν μου αρέσει να περνώ τόσες πολλές ώρες στον υπολογιστή.»

«Τέρμα η συζήτηση Ηλέκτρα, σε παρακαλώ. Είμαι πολύ απασχολημένος και να λες πάλι καλά που υπάρχει το διαδίχτυο».

Που να ‘ξερε τι μόλις είχε ξεστομίσει ο άμοιρος Σέργιος που εθελοτυφλούσε χρόνια τώρα, πιστεύοντας πως η Ηλέκτρα ήταν κάτι σαν δούλα του. Και μάλιστα εκείνος ήταν πεπεισμένος πως την φρόντιζε μια χαρά.

Το σώμα της ολόκληρο πονούσε και δεν ήξερε γιατί. Είχε μάθει να ζει με τον Σέργιο και να τον δέχεται όπως ήταν. Τελευταίως όμως όλο αυτό άλλαζε και δεν ήξερε τι να κάνει όλες αυτές τις αλλαγές, όλες τις καινούργιες σκέψεις και τα συναισθήματα που γεννιόντουσαν μέσα της αγνοώντας το γεγονός πως ήταν παντρεμένη.

«Παντρεμένη ….τι σημαίνει αυτό; Είμαι εγώ παντρεμένη; ….μόνο στα χαρτιά. Είμαι εδώ να προσέχω το σπίτι και τα παιδιά, να έχω καθαρά και σιδερωμένα πουκάμισα, να είμαι ευχαριστημένη με ότι έχω, να μην διαμαρτύρομαι, να σωπαίνω.» σκεφτόταν μέσα της κρυφά και ανήσυχα. «ΜΠΟΡΩ; …μπορώ να σωπαίνω για πάντα;» Ένιωθε τον εαυτό της σαν ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί.

Συνεχίζεται….

Domenica~

Like my article? Please add a LIKE

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

3 Comments

  1. Aleca Panayiotou says:

    Agapi fenete poli endiaferon afto….tha sou pw otan to teliwsw

  2. Annita Georgiou says:

    Εξαιρετικό……..!

  3. Stella Kyprianou says:

    ” ‎…Η αγάπη, η σχέση, ο γάμος είναι σαν ένας κήπος. Αν δεν τον φροντίζεις, όλα μαραίνονται. Θέλει καθημερινή φροντίδα και ενδιαφέρον. Ακόμα και στα λουλούδια λένε πως κάνει καλό να μιλάς, πόσο μάλλον σε μια γυναίκα. Στο κήπο της Ηλέκτρας ο κηπουρός ήταν άφαντος, και έτσι γέμισε παντού ψηλά χόρτα και τσουκνίδες, που έπνιγαν σιγά-σγιά τα λουλούδια της ψυχής της. Μαραίνεται η αγάπη σαν δεν ποτίζεται, έτσι ακριβώς όπως μαραίνονται και τα λουλούδια χωρίς νερό…”

    panta!!!!!!!!!!!!!!

Leave a Reply

Your email address will not be published.